Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
2/6/2017

Η πολιτική των άδειων ταμείων

Απόσπασμα από Άρθρο-Μελέτη του Sebastien Guex (2004). Ο χαρακτηρισμός «αποκαλυπτικό» για το συγκεκριμένο άρθρο είναι επιεικής...

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα ακόμη αποκαλυπτικό κείμενο για πρώτη φορά στα Ελληνικά- σε ελεύθερη μετάφραση του Σταύρου Λάβδα από τα Γαλλικά – απόσπασμα από την ομότιτλη πολυσέλιδη μελέτη του Sebastien Guex, καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήµιο της Λωζάννης που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα www.persee.fr.

(Προηγούμενη ανάλογη ανάρτηση στη σελίδα της «Δράσης»: Τρόποι εφαρμογής των αντιλαϊκών πολιτικών λιτότητας,
http://www.drasivrilissia.gr/themata/parousiash.aspx?sxID=3110)

Όσο κι αν η κοινωνική εμπειρία από την επταετία των μνημονίων είναι πλούσια, κείμενα που εστιάζουν στις πηγές των εφαρμοζόμενων πολιτικών και όχι στο πεδίο της επικοινωνιακής διαχείρισής τους, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για την κατανόηση του βάθους και του πρόσημου της «κρίσης, αλλά και για την ωρίμανση των προϋποθέσεων διεξόδου από αυτήν.


Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων «Δράση για μια Άλλη Πόλη»



Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι βιοµηχανικoί και τραπεζικοί κύκλοι των οικονοµικά ανεπτυγµένων χωρών αντιµετωπίζουν αυξανόµενο ανταγωνισµό που στρέφει τον έναν απέναντι στον άλλο, ένα φαινόµενο που οφείλεται κυρίως στην αυξανόµενη διεθνοποίηση του εµπορίου και των ροών κεφαλαίου, στη µείωση της κερδοφορίας και την υποτονική και ασταθή οικονοµική συγκυρία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ικανότητα επιβίωσης περνά µέσα από την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Ως εκ τούτου, πραγµατοποιείται στροφή προς το νεοφιλελευθερισµό, δηλαδή προς µια επιθετική πολιτική απορύθµισης, µε επίκεντρο τη σταδιακή κατάργηση των κοινωνικών, οικονοµικών και δηµοσιονοµικών κατακτήσεων, που είχαν επιτύχει οι εργαζόµενοι από τις αρχές του 20ού αιώνα και µετά.

Στον τοµέα των δηµόσιων οικονοµικών αυτή η στροφή υλοποιείται µε την προοδευτική υιοθέτηση και εφαρµογή αυτού που πολλοί Αγγλοσάξονες συγγραφείς αποκαλούν «πολιτική των ελλειµµάτων», έναν όρο αντί του οποίου ίσως είναι προτιµότερο να χρησιµοποιείται-επειδή είναι σαφέστερος και περισσότερο εννοιολογικά σωστός -ο όρος «πολιτική των άδειων ταµείων».

Στόχος αυτής της πολιτικής είναι να περιορίσει ή να µειώσει τα κρατικά έσοδα
, µειώνοντας τους φόρους, κατά προτίµηση εκείνους που βαρύνουν τους κεφαλαιούχους, µε σκοπό τη δηµιουργία δηµοσιονοµικών ελλειµµάτων. Με άλλα λόγια, είναι η επιδίωξη ή ακόµη και η πρόκληση µιας κρίσης στα δηµόσια οικονοµικά.

Η Ruth Richardson, µια από τους πρωτοπόρους της πολιτικής της "αφυδάτωσης" των εσόδων του κράτους και υπουργός Οικονοµικών της Νέας Ζηλανδίας την τριετία 1990-1993, παραδέχεται χωρίς περιστροφές: «Αν δεν έχετε µια πραγµατική κρίση, πρέπει να την εφεύρετε»* λέει, τον Νοέµβριο του 1997, κατά τη διάρκεια οµιλίας της ενώπιον σηµαντικών εκπροσώπων του Ελβετικού κατεστηµένου. Ο στόχος αυτής της στρατηγικής είναι να δηµιουργήσει αυτό που ένας Αµερικανός ερευνητής* ονόµασε «κλίµα λιτότητας»* και ένας άλλος* «µόνιµο µηχανισµό περικοπών κοινωνικών δαπανών»*, µε λίγα λόγια η δηµιουργία ιδεολογικών και πολιτικών προϋποθέσεων για την κοινωνική και οικονοµική αντιµεταρρύθµιση. Ο Guy Sorman, ένας υποστηρικτής αυτής της πολιτικής, συνοψίζει: «το έλλειµµα που προκλήθηκε από τη µείωση των φόρων εµφανίζεται ως ένα ισχυρό µέσο πίεσης για να υποχρεωθεί το κράτος να συρρικνωθεί. Δεν υπάρχει πραγµατικά κανένας άλλος τρόπος για κάτι τέτοιο»* (1984).

Αξίζει να σηµειωθεί ότι µια τέτοια στρατηγική δεν είναι αποτέλεσµα µιας αλόγιστης ή απερίσκεπτης επιλογής, αλλά, όπως σηµειώνεται σε µια καναδική µελέτη, «µια στρατηγική ώριµης σκέψης»*. Στην πραγµατικότητα, έχει αρχαίες ρίζες. Πρόκειται για µια επέκταση των παλιών ιδεών µέρους των κυρίαρχων ελίτ, περί «Πτωχού Κράτους»* -ενός κράτους σε φορολογικά ασταθή κατάσταση και επιβαρυµένου µε βαρύ χρέος- που άρχισαν να ωριµάζουν από τη στιγµή που οι ελίτ συνειδητοποίησαν ότι, µε την εξάπλωση των δηµοκρατικών δικαιωµάτων και την άνοδο του εργατικού κινήµατος, θα ήταν πλέον αδύνατο να καθορίσουν, άµεσα και µόνες, τους γενικούς προσανατολισµούς για τα δηµόσια οικονοµικά.

Έτσι, στις αρχές του εικοστού αιώνα- για να πάρουµε σαν παράδειγµα την Ελβετία- ένας µεγαλοεπιχειρηµατίας που έγινε για µερικά χρόνια υπουργός Οικονοµικών στο καντόνι του, φρόντισε κατά τη διάρκεια της θητείας του ώστε -όπως είπε εκ των υστέρων -οι «λογαριασµοί να είναι πάντα ελλειµµατικοί, κάτι το οποίο ασκεί ευεργετική επίδραση στο λαό »*. Στο µεταξύ, ένας άλλος- της χηµικής βιοµηχανίας αυτός- µέλος του ελβετικού Κοινοβουλίου, αγωνίστηκε ενάντια στην εξεύρεση νέων πηγών φορολογικών εσόδων προς όφελος της Ελβετικής Συνοµοσπονδίας, για να τη διατηρήσει σε επισφαλή δηµοσιονοµική κατάσταση, διότι αλλιώς όπως είπε, «οι υποσχέσεις περί συνταξιοδότησης και ασφάλισης αναπηρίας θα πρέπει στη συνέχεια να πραγµατοποιηθούν»*.

Η επάνοδος της πολιτικής των άδειων ταµείων είχε γίνει ήδη αισθητή από τη δεκαετία του 1970, αλλά εφαρµόστηκε-µε διαφορετική ένταση και µικρά πισωγυρίσµατα, ανάλογα µε την περίπτωση- σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγµένες χώρες από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η εκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ (1979) και του Ρόναλντ Ρήγκαν (1980) είχε σαν αποτέλεσµα «δύο ισχυροί αντίπαλοι του κεϋνσιανού κράτους να έρθουν στην εξουσία σε δύο χώρες µεγάλης επιρροής και να χρησιµοποιήσουν τις θέσεις ισχύος τους για να εκτελέσουν µια αποφασιστική πολιτική επίθεση εναντίον του»*Στην εφαρµογή των πολιτικών αυτών πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Ηνωµένες Πολιτείες. Μόλις εξελέγη Πρόεδρος ο Ρήγκαν έδειξε αµέσως τις προθέσεις του. Συγκρίνοντας το αµερικανικό Κράτος Πρόνοιας µε ένα κακοµαθηµένο παιδί επιρρεπές σε «υπερβολικές» δαπάνες, περιέγραψε τη µελλοντική οικονοµική πολιτική του, δηλώνοντας ότι ο καλύτερος τρόπος για να πειθαρχήσει ήταν «απλώς να του µειώσουµε το χαρτζιλίκι του.»*

Ακολουθώντας τη γραµµή αυτή, κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της προεδρίας του Ρήγκαν και των τεσσάρων του διαδόχου του Τζορτζ Μπους, η Ρεπουµπλικανική Διοίκηση µείωσε σηµαντικά τους φόρους, συµβάλλοντας, σύµφωνα µε τα λόγια του Dominique Richet, «στην εκτόξευση του έλλείµµατος σε ένα άνευ προηγουµένου επίπεδο στην ιστορία των Ηνωµένων Πολιτειών»*. Υπό την πίεση αυτής της δηµοσιονοµικής κρίσης, ο επόµενος, Δηµοκρατικός, πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, που εξελέγη το 1992 και επανεξελέγη το 1996, ήταν αυτός που επέφερε τα πιο σοβαρά πλήγµατα στο αµερικανικό Κράτος Πρόνοιας. «Ο Ρήγκαν την ονειρεύτηκε ο Κλίντον την έκανε: την κατάργηση των κοινωνικών επιδοµάτων»* συνοψίζει ο Richet. Με βάρβαρα µέτρα λιτότητας, αλλά και µε τη βοήθεια των ευνοϊκών οικονοµικών συνθηκών στις Ηνωµένες Πολιτείες, η Δηµοκρατική Διοίκηση όχι µόνο µείωσε το έλλειµµα, αλλά δηµιούργησε και µεγάλα πλεονάσµατα αρχής γενοµένης το 1999.

Στην τέλη της δεκαετίας του 1990, όλα οι αρµόδιοι οικονοµικοί οργανισµοί προέβλεπαν ανάλογα υψηλά πλεονάσµατα για όλη την επόµενη δεκαετία. Τον Ιανουάριο του 2000, για παράδειγµα, σε µια εποχή που το σύνολο του χρέους της Κεντρικής Κυβέρνησης ήταν περίπου 3,6 τρισεκατοµµύρια δολάρια, το Γραφείο Προϋπολογισµού του Κογκρέσου υπολόγιζε ότι τα σωρευτικά αναµενόµενα πλεονάσµατα για την επόµενη δεκαετία θα φτάσουν τα 4,2 τρις. Σε αυτές τις συνθήκες ο Μπιλ Κλίντον ανακοίνωσε την πρόθεσή του να δαπανήσει το µεγαλύτερο µέρος αυτών των πλεονασµάτων στην αποπληρωµή του µεγαλύτερου µέρους, αν όχι όλου, του Δηµοσίου χρέους. Αµέσως προκάλεσε κατακραυγή. Ο Economist ξαφνικά ανακάλυψε ότι «η µείωση του χρέους µπορεί να προκαλέσει προβλήµατα»* και ότι «η κυβέρνηση θα ήταν ανόητο να αποπληρώσει το σύνολο του χρέους»*. Όσον αφορά τις «χρηµατοπιστωτικές αγορές», ένας γνωστός οικονοµολόγος* δεν δίστασε να γράψει εκ των υστέρων ότι «πανικοβλήθηκαν»*.


Η ανησυχία δεν θα διαρκέσει. Μόλις έφτασε στο Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2001, ο νέος πρόεδρος, Ρεπουµπλικάνος Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, πέρασε ένα τεράστιο πρόγραµµα φορολογικών περικοπών, ευνοώντας κυρίως τους πλουσίους. «Η πολιτική των ελλειµµάτων επιστρέφει»* σηµειώνει, ανακουφισµένος, ο Economist, τον Αύγουστο του 2001 Αντί του αναµενόµενου πλεονάσµατος, οι ΗΠΑ επιστρέφουν στα ελλείµµατα το 2002. Όµως, η πίεση που ασκείται από την επανεµφάνιση του ελλείµµατος δεν θεωρείται αρκετά ισχυρή από την υπερσυντηρητική και µε µεγάλη επιρροή Heritage foundation, η οποία, τον Ιούλιο του 2002, χρησιµοποιεί και πάλι τα λόγια του Ρήγκαν: «Κάθε γονέας γνωρίζει ότι κάποιος δεν δίνει ένα καλό µάθηµα σε ένα πολυέξοδο παιδί αυξάνοντας το χαρτζιλίκι του. [...] Πρέπει να µας δοθούν περισσότερες φορολογικές ελαφρύνσεις ώστε να γίνει πιο δύσκολο για τους πολιτικούς να σπαταλούν τα λεφτά µας»*.


Η περίπτωση των Ηνωµένων Πολιτειών, όπως και άλλων χωρών δείχνει ότι η πολιτική της “αφυδάτωσης” των κρατικών ταµείων έχει σχεδιαστεί ως ένα µακροπρόθεσµο έργο. Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις εξουσίας αλλάζουν σιγά-σιγά και δεν επιτρέπουν τη γρήγορη ανατροπή της νεοφιλελεύθερης µεταρρύθµισης. «Η µεταρρύθµιση θα είναι µακρά και πολιτικά επίπονη»* προειδοποιεί ο Β Tanzi, πριν καθορίσει το έτος 2020 σαν χρονικό ορίζοντα επιστροφής στο κράτος πρόνοιας, όπως αυτό ήταν το 1960.


ΠΗΓΕΣ:

*Στο πρωτότυπο
http://www.persee.fr/doc/arss_0335-5322_2003_num_146_1_2787
υπάρχουν σχετικές παραπομπές

** O Sebastien Guex είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήµιο της Λωζάννης, µε ειδίκευση σε Οικονοµικά Θέµατα

*** Ο Σταύρος Λάβδας είναι μηχανικός, με σπουδές στα χρηματοοικονομικά και πολυετή εμπειρία στις διεθνείς αγορές χρήματος. Εισηγητής σε συζήτηση στο στέκι της «Δράσης» με θέμα «Η Κρίση του 2008 (όσο πιο απλά γίνεται)» τον Νοέμβριο του 2016.


readers  234


Σχόλια (0)


Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
Ν.Καζαντζάκης
Ένα Ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εµάς τους Έλληνες µιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας, έχει ένα όνοµα το τοπίο - το λένε Μαραθώνα, Σαλαµίνα, Ολυµπία, Θερµοπύλες, Μυστρά - συνδέεται µε µιαν ανάµνηση, εδώ ντροπιαστήκαµε, εκεί δοξαστήκαµε, και µονοµιάς το τοπίο µετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε Ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισµένο από ευτυχίες και δυστυχίες µε παγκόσµιο αντίχτυπο, τόσο γεµάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε µάθηµα αυστηρό και δε µπορείς να του ξεφύγεις, γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις.


Τα σχόλια σας...
"Ολίγα τινά για την νεοελληνική ταυτότητα και παράδοση"30/7/2017 Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος
Επιτρέψετε μου να μη συμμερίζομαι την απαισιοδοξία του συμπολίτη μας κυρίου Θεόδωρου Παντούλα.Η παράδοση καθώς και ο ίδιος αναφέρει δεν είναι κάτι το παγιωμένο, το κονσερβοποιημένο και στάσιμο. Καθημερινά αλλάζει πατώντας στον προηγούμενο της εαυτό. Παραμερίζει, αφαιρεί, προσθέτει, ενσωματώνει. Ότι απ' αυτή αξίζει και προσωρινά υποχωρεί στη βίαιη σύγκρουση του με τους τρόπους μιας ασθμαίνουσας ζωής με εξηγήσιμες αιτίες, σίγουρα θα αναγεννηθεί δυναμωμένο και καλύτερο. Και φυσικά και σωστά τα υπέροχα κεντήματα και περίτεχνα σκαλίσματα μιας παλιότερης εγκλωβισμένης σε στενά όρια ζωής, ας μη τα περιμένουμε. Σήμερα οι νέοι άνθρωποι αγόρια και κορίτσια δεν υφαίνουν, δεν κεντούν αλλά σπουδάζουν μουσική, ξένες γλώσσες, τέχνες, επιστήμες. Ανασύρουν, αξιοποιούν, δημιουργούν και εμπλουτίζουν την υπάρχουσα παραδομένη παράδοση με διακρίσεις. Όσο για την γενικευμένη μειονεξία του συλλογικού εαυτού αυτή πράγματι υπήρξε και υπάρχει από την βίαιη ή ύπουλη μεθοδευμένη εισβολή των επικυρίαρχων μας με τα καθρεφτάκια τους ακόμη και με την μορφή των Lexus. Μόδα είναι, θα περάσει. Άλλωστε "ιθαγενείς" πάντα υπήρχαν, υπάρχουν, θα υπάρχουν...
Κομποστοποίηση ΤΟΠΙΚΑ ή ΚΕΝΤΡΙΚΑ; 21/7/2017 Λ.Λ.
Τα αδιέξοδα της Συνοικιακής κομποστοποίησης συνιστούν μία αλλά χειροπιαστή ένδειξη πως η εξόντωση έχει καταστεί ο κεντρικός -αν και ανομολόγητος- στόχος της πολιτικής όπως αυτή ασκείται σήμερα. Το γεγονός ότι τούτη η εξοντωτική τροπή της πολιτικής παραμένει ανομολόγητη σε επίπεδο πολιτικής ρητορείας, δεν σημαίνει πως δεν γίνεται αισθητή στα πεδία της καθημερινής πρακτικής και της εμπειρίας. Πράγματι, δεν είναι η ευημερία, είναι η ύπαρξη που απειλείται. Ούτε καν «πτωχούς πλην όμως τιμίους» δεν μας θέλουν, γιατί ακριβώς οι τίμιοι κάνουν κοινωνίες που ξέρουν να βγάζουν το ψωμάκι τους, να φροντίζουν τα μέλη τους και την αειφορία του περιβάλλοντος χωρίς την ανάγκη κανενός. Αφήστε που οι ίδιοι πτωχοί και τίμιοι αργά ή γρήγορα θα ευημερήσουν απειλώντας την παντοδυναμία του θηρίου του μηδενισμού και των καταστροφέων δουλευτών του: δηλαδή καταστάσεις που είναι ανεπιθύμητες για την «τρέχουσα» πίσω από τις αγορές πολιτική μας. Πάει πια η παλιά έγνοια των αγορών για εκμετάλλευση των παραγωγικών τάξεων! Οι αγορές προτιμούν αποικίες παρασίτων για να πειραματίζονται πάνω τους και να λεηλατούν ανεμπόδιστα τη γη τους. Επομένως η ανυπαρξία κοινωνίας, η ηθική διαφθορά, το παραγωγικό τέλμα κι ένα επαπειλούμενο φυσικό περιβάλλον συνιστούν ιδρυτικές προϋποθέσεις για την τρέχουσα πολιτική και καθόλου προβλήματα για πραγματική θεραπεία. Γι’ αυτό και άπαντα τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης έχουν οσμή παρασιτογόνου και παρασιτοκτόνου μαζί. Γι’ αυτό και αντιθετικοί μέχρι πρότινος ρόλοι, όπως αυτοί στα δίπολα: εργαζόμενος και μισθοφόρος, παραγωγός και καταστροφέας, θριαμβευτής και ηττημένος, προστάτης και βιαστής, τρομοκράτης και αντιτρομοκράτης, κ.ά., γίνανε πλέον τόσο κοντινοί μεταξύ τους και σχεδόν εναλλάξιμοι. Το τείχος ακατανοησίας που έχουν ορθώσει οι δημοτικές δομές απέναντι στο αυτονόητο, έναντι της πρότασης της Συνοικιακής εν προκειμένω, σαν να επρόκειτο για ένα αστήρικτο, ουρανοκατέβατο αίτημα, την ίδια στιγμή που άσχετα, προέλευσης UFO αιτήματα (δες: προγράμματα τύπου ΣΒΑΠ και πλήθος άλλων ψευδοαναπτυξιακών επιλογών επιδοτούμενων από τα ΕΣΠΑ) γίνονται αυτοστιγμεί αποδεκτά, ή η δυσκολία για τους δημότες να αναγνωρίσουμε στη Συνοικιακή την ανάγκη στην οποία ακόμη και οι θεοί πείθονται, η δυσκολία να την ασκήσουμε ενάντια στους δαίμονες της αγοράς και της μικροπολιτικής, όλα τούτα τα εμπόδια προσφέρουν στις Δημοτικές Αρχές έναν «ασφαλή» τρόπο διοίκησης αυτοκτονικής για τους κατοίκους, και συνάμα ένα «δημοκρατικό άλλοθι» λόγω συναινετικής κατάργησης της κοινής λογικής και σύνολης της πραγματικότητας ακόμη και στο πιο στοιχειώδες επίπεδό της, αυτό του τόπου κατοικίας. Με άλλα λόγια από τη στιγμή που η χώρα μου γίνεται εμφανώς τριτοκοσμική, και οι Δήμοι της επίσης, δεν θέλω «Σύμφωνα Ευρωπαίων Δημάρχων» και παρόμοιους αποπροσανατολισμούς, θέλω να γνωρίσω τα πραγματικά προβλήματα των ανθρώπων στις τριτοκοσμικές χώρες, θέλω να διδαχθώ τί και πώς μπορεί να διασωθεί από την ήδη συντελούμενη καταστροφή. Είναι θέμα πολιτικής προστασίας του Δήμου. Όχι από φυσική καταστροφή αλλά από κοινωνική και συστημική. Τόσο απλά. Με ελπίδα, που σημαίνει με αίσθηση ευθύνης, ανησυχία χωρίς πανικό. Υπάρχει κάτι πιο σώφρον από αυτό;


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Κάθε Τρίτη, από τις 20:30 μέχρι τις 22:00 το στέκι της Δράσης είναι ανοιχτό, ενώ παράλληλα, λειτουργεί και η δανειστική βιβλιοθήκη της "Δράσης"




   
© 2006 - 2017 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου