Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
2/6/2017

Η πολιτική των άδειων ταμείων

Απόσπασμα από Άρθρο-Μελέτη του Sebastien Guex (2004). Ο χαρακτηρισμός «αποκαλυπτικό» για το συγκεκριμένο άρθρο είναι επιεικής...

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα ακόμη αποκαλυπτικό κείμενο για πρώτη φορά στα Ελληνικά- σε ελεύθερη μετάφραση του Σταύρου Λάβδα από τα Γαλλικά – απόσπασμα από την ομότιτλη πολυσέλιδη μελέτη του Sebastien Guex, καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήµιο της Λωζάννης που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα www.persee.fr.

(Προηγούμενη ανάλογη ανάρτηση στη σελίδα της «Δράσης»: Τρόποι εφαρμογής των αντιλαϊκών πολιτικών λιτότητας,
http://www.drasivrilissia.gr/themata/parousiash.aspx?sxID=3110)

Όσο κι αν η κοινωνική εμπειρία από την επταετία των μνημονίων είναι πλούσια, κείμενα που εστιάζουν στις πηγές των εφαρμοζόμενων πολιτικών και όχι στο πεδίο της επικοινωνιακής διαχείρισής τους, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για την κατανόηση του βάθους και του πρόσημου της «κρίσης, αλλά και για την ωρίμανση των προϋποθέσεων διεξόδου από αυτήν.


Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων «Δράση για μια Άλλη Πόλη»



Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι βιοµηχανικoί και τραπεζικοί κύκλοι των οικονοµικά ανεπτυγµένων χωρών αντιµετωπίζουν αυξανόµενο ανταγωνισµό που στρέφει τον έναν απέναντι στον άλλο, ένα φαινόµενο που οφείλεται κυρίως στην αυξανόµενη διεθνοποίηση του εµπορίου και των ροών κεφαλαίου, στη µείωση της κερδοφορίας και την υποτονική και ασταθή οικονοµική συγκυρία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ικανότητα επιβίωσης περνά µέσα από την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Ως εκ τούτου, πραγµατοποιείται στροφή προς το νεοφιλελευθερισµό, δηλαδή προς µια επιθετική πολιτική απορύθµισης, µε επίκεντρο τη σταδιακή κατάργηση των κοινωνικών, οικονοµικών και δηµοσιονοµικών κατακτήσεων, που είχαν επιτύχει οι εργαζόµενοι από τις αρχές του 20ού αιώνα και µετά.

Στον τοµέα των δηµόσιων οικονοµικών αυτή η στροφή υλοποιείται µε την προοδευτική υιοθέτηση και εφαρµογή αυτού που πολλοί Αγγλοσάξονες συγγραφείς αποκαλούν «πολιτική των ελλειµµάτων», έναν όρο αντί του οποίου ίσως είναι προτιµότερο να χρησιµοποιείται-επειδή είναι σαφέστερος και περισσότερο εννοιολογικά σωστός -ο όρος «πολιτική των άδειων ταµείων».

Στόχος αυτής της πολιτικής είναι να περιορίσει ή να µειώσει τα κρατικά έσοδα
, µειώνοντας τους φόρους, κατά προτίµηση εκείνους που βαρύνουν τους κεφαλαιούχους, µε σκοπό τη δηµιουργία δηµοσιονοµικών ελλειµµάτων. Με άλλα λόγια, είναι η επιδίωξη ή ακόµη και η πρόκληση µιας κρίσης στα δηµόσια οικονοµικά.

Η Ruth Richardson, µια από τους πρωτοπόρους της πολιτικής της "αφυδάτωσης" των εσόδων του κράτους και υπουργός Οικονοµικών της Νέας Ζηλανδίας την τριετία 1990-1993, παραδέχεται χωρίς περιστροφές: «Αν δεν έχετε µια πραγµατική κρίση, πρέπει να την εφεύρετε»* λέει, τον Νοέµβριο του 1997, κατά τη διάρκεια οµιλίας της ενώπιον σηµαντικών εκπροσώπων του Ελβετικού κατεστηµένου. Ο στόχος αυτής της στρατηγικής είναι να δηµιουργήσει αυτό που ένας Αµερικανός ερευνητής* ονόµασε «κλίµα λιτότητας»* και ένας άλλος* «µόνιµο µηχανισµό περικοπών κοινωνικών δαπανών»*, µε λίγα λόγια η δηµιουργία ιδεολογικών και πολιτικών προϋποθέσεων για την κοινωνική και οικονοµική αντιµεταρρύθµιση. Ο Guy Sorman, ένας υποστηρικτής αυτής της πολιτικής, συνοψίζει: «το έλλειµµα που προκλήθηκε από τη µείωση των φόρων εµφανίζεται ως ένα ισχυρό µέσο πίεσης για να υποχρεωθεί το κράτος να συρρικνωθεί. Δεν υπάρχει πραγµατικά κανένας άλλος τρόπος για κάτι τέτοιο»* (1984).

Αξίζει να σηµειωθεί ότι µια τέτοια στρατηγική δεν είναι αποτέλεσµα µιας αλόγιστης ή απερίσκεπτης επιλογής, αλλά, όπως σηµειώνεται σε µια καναδική µελέτη, «µια στρατηγική ώριµης σκέψης»*. Στην πραγµατικότητα, έχει αρχαίες ρίζες. Πρόκειται για µια επέκταση των παλιών ιδεών µέρους των κυρίαρχων ελίτ, περί «Πτωχού Κράτους»* -ενός κράτους σε φορολογικά ασταθή κατάσταση και επιβαρυµένου µε βαρύ χρέος- που άρχισαν να ωριµάζουν από τη στιγµή που οι ελίτ συνειδητοποίησαν ότι, µε την εξάπλωση των δηµοκρατικών δικαιωµάτων και την άνοδο του εργατικού κινήµατος, θα ήταν πλέον αδύνατο να καθορίσουν, άµεσα και µόνες, τους γενικούς προσανατολισµούς για τα δηµόσια οικονοµικά.

Έτσι, στις αρχές του εικοστού αιώνα- για να πάρουµε σαν παράδειγµα την Ελβετία- ένας µεγαλοεπιχειρηµατίας που έγινε για µερικά χρόνια υπουργός Οικονοµικών στο καντόνι του, φρόντισε κατά τη διάρκεια της θητείας του ώστε -όπως είπε εκ των υστέρων -οι «λογαριασµοί να είναι πάντα ελλειµµατικοί, κάτι το οποίο ασκεί ευεργετική επίδραση στο λαό »*. Στο µεταξύ, ένας άλλος- της χηµικής βιοµηχανίας αυτός- µέλος του ελβετικού Κοινοβουλίου, αγωνίστηκε ενάντια στην εξεύρεση νέων πηγών φορολογικών εσόδων προς όφελος της Ελβετικής Συνοµοσπονδίας, για να τη διατηρήσει σε επισφαλή δηµοσιονοµική κατάσταση, διότι αλλιώς όπως είπε, «οι υποσχέσεις περί συνταξιοδότησης και ασφάλισης αναπηρίας θα πρέπει στη συνέχεια να πραγµατοποιηθούν»*.

Η επάνοδος της πολιτικής των άδειων ταµείων είχε γίνει ήδη αισθητή από τη δεκαετία του 1970, αλλά εφαρµόστηκε-µε διαφορετική ένταση και µικρά πισωγυρίσµατα, ανάλογα µε την περίπτωση- σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγµένες χώρες από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η εκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ (1979) και του Ρόναλντ Ρήγκαν (1980) είχε σαν αποτέλεσµα «δύο ισχυροί αντίπαλοι του κεϋνσιανού κράτους να έρθουν στην εξουσία σε δύο χώρες µεγάλης επιρροής και να χρησιµοποιήσουν τις θέσεις ισχύος τους για να εκτελέσουν µια αποφασιστική πολιτική επίθεση εναντίον του»*Στην εφαρµογή των πολιτικών αυτών πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Ηνωµένες Πολιτείες. Μόλις εξελέγη Πρόεδρος ο Ρήγκαν έδειξε αµέσως τις προθέσεις του. Συγκρίνοντας το αµερικανικό Κράτος Πρόνοιας µε ένα κακοµαθηµένο παιδί επιρρεπές σε «υπερβολικές» δαπάνες, περιέγραψε τη µελλοντική οικονοµική πολιτική του, δηλώνοντας ότι ο καλύτερος τρόπος για να πειθαρχήσει ήταν «απλώς να του µειώσουµε το χαρτζιλίκι του.»*

Ακολουθώντας τη γραµµή αυτή, κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της προεδρίας του Ρήγκαν και των τεσσάρων του διαδόχου του Τζορτζ Μπους, η Ρεπουµπλικανική Διοίκηση µείωσε σηµαντικά τους φόρους, συµβάλλοντας, σύµφωνα µε τα λόγια του Dominique Richet, «στην εκτόξευση του έλλείµµατος σε ένα άνευ προηγουµένου επίπεδο στην ιστορία των Ηνωµένων Πολιτειών»*. Υπό την πίεση αυτής της δηµοσιονοµικής κρίσης, ο επόµενος, Δηµοκρατικός, πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, που εξελέγη το 1992 και επανεξελέγη το 1996, ήταν αυτός που επέφερε τα πιο σοβαρά πλήγµατα στο αµερικανικό Κράτος Πρόνοιας. «Ο Ρήγκαν την ονειρεύτηκε ο Κλίντον την έκανε: την κατάργηση των κοινωνικών επιδοµάτων»* συνοψίζει ο Richet. Με βάρβαρα µέτρα λιτότητας, αλλά και µε τη βοήθεια των ευνοϊκών οικονοµικών συνθηκών στις Ηνωµένες Πολιτείες, η Δηµοκρατική Διοίκηση όχι µόνο µείωσε το έλλειµµα, αλλά δηµιούργησε και µεγάλα πλεονάσµατα αρχής γενοµένης το 1999.

Στην τέλη της δεκαετίας του 1990, όλα οι αρµόδιοι οικονοµικοί οργανισµοί προέβλεπαν ανάλογα υψηλά πλεονάσµατα για όλη την επόµενη δεκαετία. Τον Ιανουάριο του 2000, για παράδειγµα, σε µια εποχή που το σύνολο του χρέους της Κεντρικής Κυβέρνησης ήταν περίπου 3,6 τρισεκατοµµύρια δολάρια, το Γραφείο Προϋπολογισµού του Κογκρέσου υπολόγιζε ότι τα σωρευτικά αναµενόµενα πλεονάσµατα για την επόµενη δεκαετία θα φτάσουν τα 4,2 τρις. Σε αυτές τις συνθήκες ο Μπιλ Κλίντον ανακοίνωσε την πρόθεσή του να δαπανήσει το µεγαλύτερο µέρος αυτών των πλεονασµάτων στην αποπληρωµή του µεγαλύτερου µέρους, αν όχι όλου, του Δηµοσίου χρέους. Αµέσως προκάλεσε κατακραυγή. Ο Economist ξαφνικά ανακάλυψε ότι «η µείωση του χρέους µπορεί να προκαλέσει προβλήµατα»* και ότι «η κυβέρνηση θα ήταν ανόητο να αποπληρώσει το σύνολο του χρέους»*. Όσον αφορά τις «χρηµατοπιστωτικές αγορές», ένας γνωστός οικονοµολόγος* δεν δίστασε να γράψει εκ των υστέρων ότι «πανικοβλήθηκαν»*.


Η ανησυχία δεν θα διαρκέσει. Μόλις έφτασε στο Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2001, ο νέος πρόεδρος, Ρεπουµπλικάνος Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, πέρασε ένα τεράστιο πρόγραµµα φορολογικών περικοπών, ευνοώντας κυρίως τους πλουσίους. «Η πολιτική των ελλειµµάτων επιστρέφει»* σηµειώνει, ανακουφισµένος, ο Economist, τον Αύγουστο του 2001 Αντί του αναµενόµενου πλεονάσµατος, οι ΗΠΑ επιστρέφουν στα ελλείµµατα το 2002. Όµως, η πίεση που ασκείται από την επανεµφάνιση του ελλείµµατος δεν θεωρείται αρκετά ισχυρή από την υπερσυντηρητική και µε µεγάλη επιρροή Heritage foundation, η οποία, τον Ιούλιο του 2002, χρησιµοποιεί και πάλι τα λόγια του Ρήγκαν: «Κάθε γονέας γνωρίζει ότι κάποιος δεν δίνει ένα καλό µάθηµα σε ένα πολυέξοδο παιδί αυξάνοντας το χαρτζιλίκι του. [...] Πρέπει να µας δοθούν περισσότερες φορολογικές ελαφρύνσεις ώστε να γίνει πιο δύσκολο για τους πολιτικούς να σπαταλούν τα λεφτά µας»*.


Η περίπτωση των Ηνωµένων Πολιτειών, όπως και άλλων χωρών δείχνει ότι η πολιτική της “αφυδάτωσης” των κρατικών ταµείων έχει σχεδιαστεί ως ένα µακροπρόθεσµο έργο. Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις εξουσίας αλλάζουν σιγά-σιγά και δεν επιτρέπουν τη γρήγορη ανατροπή της νεοφιλελεύθερης µεταρρύθµισης. «Η µεταρρύθµιση θα είναι µακρά και πολιτικά επίπονη»* προειδοποιεί ο Β Tanzi, πριν καθορίσει το έτος 2020 σαν χρονικό ορίζοντα επιστροφής στο κράτος πρόνοιας, όπως αυτό ήταν το 1960.


ΠΗΓΕΣ:

*Στο πρωτότυπο
http://www.persee.fr/doc/arss_0335-5322_2003_num_146_1_2787
υπάρχουν σχετικές παραπομπές

** O Sebastien Guex είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήµιο της Λωζάννης, µε ειδίκευση σε Οικονοµικά Θέµατα

*** Ο Σταύρος Λάβδας είναι μηχανικός, με σπουδές στα χρηματοοικονομικά και πολυετή εμπειρία στις διεθνείς αγορές χρήματος. Εισηγητής σε συζήτηση στο στέκι της «Δράσης» με θέμα «Η Κρίση του 2008 (όσο πιο απλά γίνεται)» τον Νοέμβριο του 2016.


readers  284


Σχόλια (0)


Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Στην αόριστη αγάπη για την ανθρωπότητα, αγαπάς σχεδόν πάντα μονάχα τον εαυτό σου.


Τα σχόλια σας...
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;10/10/2017 Παπαχριστοδούλου Μαρίνα
Έχω και εγώ σοβαρές επιφυλάξεις για το άρθρο αυτό. Δεν είναι ακριβώς τα ζητήματα που βάζει ο Ορέστης που με απασχολούν, ούτε ξέρω να πω αν είναι καλύτερα αυτή την περίοδο να ζήσει η Καταλονία μακριά ή μέσα στην Ισπανία. Είναι το γεγονός ότι τόσο Régis de Castelnau όσο και ο Μπελαντής (λιγότερο) οι οποίοι και προφανώς έχουν καταλήξει ότι η Καταλονία πρέπει να μείνει στην αγκαλιά της κραταιής Ισπανίας ή καλύτερα είναι ενάντια στις αποσχιστικές τάσεις, αντιμετωπίζουν το θέμα με απίστευτη μονομέρεια. Μάλιστα στο άρθρο του Castelnau μπορώ να πω ότι διακρίνω μια υποτιμητική, σχεδόν ρατσιστική αντίληψη προς τους νότιους και τους "αριστερούς", ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σήμερα. Μου θύμισε κάτι από την ανωτερότητα των προηγμένων βόρειων ενάντια στους καθυστερημένους νότιους για να μην θυμηθώ την αποικιοκρατία κοκ. Αλλά οι κύριες επιφυλάξεις μου είναι τρεις: Πρώτον: κανένας από τους δύο δεν αναφέρεται στο όργιο αυταρχισμού και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς από την κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας (και κατ΄ επέκταση στους σχετικούς χειρισμούς της ΕΕ) απέναντι στους Καταλανούς, στάση στην οποία κανένας προοδευτικός άνθρωπος και πολύ περισσότερο σχολιαστής δεν μπορεί να αγνοεί . Η άποψή μου, που νομίζω ότι είναι κεντρική θέση της Δράσης ότι «δεν θέλουμε τίποτα, ούτε το καλύτερο ούτε το χειρότερο για μας αν δεν συμμετέχουμε στην απόφασή του» και από αυτή την άποψη δεν είναι να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε στο δικαίωμα των Καταλανών στην αυτοδιάθεση, αλλά να συμφωνήσουμε απόλυτα στο δικαίωμα τους να αποφασίζουν για την αυτοδιάθεση ή όχι. Τέλος διάβασα κάπου ότι τόσο η στάση της κυβέρνησης Ραχόι, όσο και της ΕΕ είναι για να διδάσκονται στα πανεπιστήμια, στις σχολές πολιτικών επιστημών ως παραδείγματα του τι πρέπει να κάνεις για να πετύχεις αυτό που δεν θέλεις. Το λέω εδώ για να σημειώσω ότι ΕΕ και Ραχόι αυτό ήθελαν και όχι δεν ήθελαν και αυτή τη διάσταση την δίνει ο Castelnau, όχι όμως με πολύ πειστικό τρόπο. Δεύτερον: Το γεγονός ότι υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα που παραπέμπουν στην καταστροφική εξέλιξη αποσχιστικών κινημάτων (πχ Γιουγκοσλαβία , Ουκρανία ), δεν σημαίνει ότι εμείς συλλήβδην θα είμαστε κατά των αιτημάτων και κινημάτων αυτοδιάθεσης. Και στο κάτω-κάτω είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Ένα να επιλέξει ένας λαός πως θέλει να ζήσει, μέσα σε ποιο πλαίσιο. Δικαίωμα του αναφαίρετο. Και ένα δεύτερο να προσπαθήσει να εμποδίσει τις έξωθεν επεμβάσεις. Ανεδαφικό σήμερα; Μάλλον δύσκολο, αλλά δεν βλέπω και άλλο τρόπο. Ούτε είναι δικαιολογία ότι ο Κάρλας Πουτσντεμόν είναι συντηρητικός άρα δεν μπορούμε ως προοδευτικοί να συντασσόμαστε με το αίτημα του. Ένα αίτημα είναι αυθύπαρκτο και ως τέτοιο πρέπει να κρίνεται. Συνυπολογίζεις πολλούς παράγοντες για να πεις αν είσαι υπέρ ή κατά. Ποια συμφέροντα εξυπηρετεί κυρίως κλπ, και μετά ας το υποστηρίζει όποιος θέλει. Τρίτο: Υπάρχει μία πλευρά της πολιτικής ζωής στην Ισπανία που αποσιωπάται αν και σε αυτήν εδράζονται πολλά από τα κακώς κείμενα που παρακολουθούμε να συμβαίνει σε αυτήν την χώρα. Πρόκειται για το γεγονός ότι μια δικτατορία που κράτησε 39 ολόκληρα χρόνια καταλύθηκε χωρίς να ανοίξει μύτη, χωρίς να υπάρξει κανενός είδους αποχουντοποίηση. Όλοι έμειναν στη θέση τους και συνέχισαν να κάνουν τη δουλειά τους όπως την ήξεραν. Οι στρατιωτικοί στο στρατό, οι αστυνομικοί στην αστυνομία, οι παπάδες στην εκκλησία (μεγάλο στήριγμα της δικτατορίας και πολύ το απόλαυσε η εκκλησία αυτό) κοκ. Οι δικοί μας χουντικοί, που παρεμπιπτόντως φαντάζουν αγγελάκια μπροστά στους Ισπανούς, με κάποιον τρόπο έστω περιορισμένο τιμωρήθηκαν. Εκεί τίποτα. Μόλις τον τελευταίο καιρό γίνονται προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το θέμα. Ακούγονται όλο και περισσότερες φωνές, γίνονται και κάποια πράγματα, όχι τόσο εξ αιτίας του παρελθόντος, αλλά εξ αιτίας της δράσης όλων αυτών σήμερα. Ως συνέπεια αυτού είναι φυσικό να υπάρχει τόσος αυταρχισμός εκεί. Φυσικό όσο και απαράδεκτο.
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;9/10/2017 Ορέστης Ηλίας
Από αυτούς που χαίρουν της συντροφικής εκτίμησης του Μπελαντή, κανένας δεν είπε ότι το καταλανικό εθνικό ζήτημα είναι σπόρος του σοσιαλιστικού μέλλοντος..(μακάρι να γίνει) Όμως, είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η κοινωνική διάσταση του κινήματος απέναντι στην αμιγώς εθνική. Οι επιτροπές και συντονισμοί που στήθηκαν σε χώρους δουλειάς, γειτονιές και πανεπιστήμια για την διασφάλιση του δημοψηφίσματος είναι κύτταρα που κρίνουν στη συνέχεια το τι είδους ανεξαρτησία θέλουν "οι από κάτω", για να μην περιοριστεί όλο αυτό το κίνημα σε μια απλή αλλαγή σημαίας. Άρα, ας μην βιαζόμαστε στις αναλύσεις διότι το εθνικό μετατρέπεται πολλές φορές σε ταξικό. Παράδειγμα το Brexit, όλοι οι αναλυτές έγραφαν σεντόνια για τον εθνικισμό των Άγγλων και ότι εμπιστεύονται την πλούσια οικονομία τους γι' αυτό ψήφισαν έξοδο από την ΕΕ πριν ενάμισι χρόνο, όμως οι τελευταίες εκλογές (Ιούνιος 2017) έδειξαν στροφή προς τα αριστερά, πτώση των εκφραστών της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και πλήρη εξαφάνιση των εθνικιστών. Είναι οι αγώνες των απλών καθημερινών ανθρώπων που μπορούν να μετατρέπουν ακόμα και "ψευτοδημοψηφίσματα" σε κρίση κυριαρχίας της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Και αυτό είναι κάτι που το θέλουμε όλοι όσοι βάζουμε τον εαυτό μας στους "από τα κάτω".
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;9/10/2017 Γιάννης Τσούτσιας
Δεν τα λέει μόνο ο Castelnau. Τα λέει π.χ. και ο Μπελαντής. Επισημαίνοντας μάλιστα, ότι "...μου προξενεί μεγάλη εντύπωση η εξής αντίφαση: πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα της Αριστεράς, στα οποία έχω συντροφική εκτίμηση αλλά διαφωνώ μαζί τους ιδεολογικά, που στην Ελλάδα ή αλλού αισθάνονται ρίγος ή ψυχική απώθηση, όταν εκφέρονται οι λέξεις «εθνικό ζήτημα», «πατρίδα» ή «εθνική ανεξαρτησία» (σε ένα έθνος-κράτος που υπάρχει εδώ και δύο αιώνες), αντιστρέφουν τελείως την οπτική τους, όταν πρόκειται για την καταλανική εθνότητα. Η μια εθνότητα (η δική μας) είναι αυτόχρημα καπιταλιστική, η άλλη φέρει τον σπόρο του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Πόση λογική, πολιτική και θεωρητική συνοχή υπάρχει ανάμεσα στις δύο ταυτόχρονες αυτές τοποθετήσεις;" Όλο το άρθρο: pandiera.gr Για την υπόθεση της Καταλονίας -μια πολύ διαφορετική άποψη. Του Δημήτρη Μπελαντή. 9/10/2017


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Κάθε Τρίτη, από τις 20:30 μέχρι τις 22:00 το στέκι της Δράσης είναι ανοιχτό, ενώ παράλληλα, λειτουργεί και η δανειστική βιβλιοθήκη της "Δράσης"




   
© 2006 - 2017 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου