Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
8/6/2017

Τι θα πει κατάρρευση

Της Μαρίας Θ. Μάρκου*


Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο κλάδος της οικοδομής κατέρρευσε με τόσο θόρυβο όση ήταν και η συνεισφορά του, μέχρι τότε, στην ανάπτυξη: Η βαλβίδα ασφαλείας της ελληνικής οικονομίας που, και σε περιόδους κρίσης, δημιουργούσε θέσεις απασχόλησης, εξειδικεύσεις, παραγωγικά δίκτυα, εισοδήματα.

Η κερδοφορία του κλάδου ήταν αποτέλεσμα των επάλληλων φάσεων αστικοποίησης που σημάδεψαν τη νεώτερη ιστορία της χώρας, είτε από πολιτικές επιλογές είτε από συγκυρίες, αυξάνοντας διαρκώς τη ζήτηση για στέγη και υποδομές, ζήτηση που απογειώθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια, χωρίς τις αναγκαίες πολιτικές. Οι δημόσιες επενδύσεις πάντα κατώτερες των αναγκών μιας χώρας σε διαρκή χρεωκοπία, σε καθεστώς υποτέλειας, με υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες και χαώδες φορολογικό σύστημα, μιας χώρας όπου η έννοια της αναδιανομής ήταν πάντα πολιτικά ύποπτη. Οι πολεοδομικές ρυθμίσεις έρμαιο του πελατειακού συστήματος. Η στεγαστική πολιτική και η στεγαστική πίστη απλά ανύπαρκτες.

Ένα κράτος ανεύθυνο απέναντι στον πολίτη, βρήκε εύκολα τη λύση του στεγαστικού ζητήματος στην κερδοσκοπία και στην αυτοστέγαση. Με την ανομολόγητη ανοχή στη φοροδιαφυγή, στην εισφοροαποφυγή, στην εργοδοτική ασυδοσία, στις συστηματικές εκπτώσεις στην ποιότητα των κατασκευών και στην προστασία του περιβάλλοντος. Αλλά και με τις δέουσες παρεμβάσεις υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και των πολιτικών φίλων, κάθε φορά που το διακύβευμα ήταν «στρατηγικής σημασίας».

Η οικοδομική δραστηριότητα στηρίχτηκε για δεκαετίες στο ρουσφέτι, στο ξέπλυμα χρήματος και συνειδήσεων. Αλλά και στη μικροϊδιοκτησία. Μικρό το μέρος του κτιριακού αποθέματος που προορίστηκε για τα μεσαία και ανώτερα στρώματα. Το μεγαλύτερο μέρος, οι εμπορικές πολυκατοικίες των κεντρικών περιοχών και τα αυθαίρετα της αστικής περιφέρειας ήταν για τα λαϊκά στρώματα. Σταθερές πηγές χρηματοδότησης οι οικογενειακές αποταμιεύσεις, προϊόν της αυταπασχόλησης και της μικρής επιχειρηματικότητας, τα μεταναστευτικά και ναυτικά εμβάσματα, η ρευστοποίηση του αγροτικού κλήρου.

Έτσι, κάπως, διαμορφώθηκε το γνώριμο τοπίο των ελληνικών πόλεων. Ασφαλώς στο περιθώριο των πολεοδομικών οραμάτων, όπου διατυπώθηκαν τέτοια. Ασφαλώς χωρίς κριτήρια ποιότητας. Έτσι όμως, τα λαϊκά νοικοκυριά απέφυγαν το δανεισμό, έτσι έχτισαν κοινωνικά δίκτυα και κοινοτικούς δεσμούς, έτσι περιορίστηκαν οι διαχωριστικές πιέσεις στις πόλεις και οι συγκεντρωτικές τάσεις της κτηματαγοράς.

Έτσι δημιουργήθηκε και το υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους. Με τη διαχείριση του στεγαστικού αποθέματος, τα λαϊκά νοικοκυριά κατόρθωσαν να συμπληρώσουν συντάξεις, να καλύψουν ιατρικές ή εκπαιδευτικές δαπάνες, να αντιμετωπίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, να εξασφαλίσουν τη δανειοδότηση μικρο-επιχειρήσεων. Στη μικροϊδιοκτησία των ακινήτων βασίστηκαν, σύμφωνα με τον Κ. Τσουκαλά, οι «εξασφαλιστικές και ανελικτικές» στρατηγικές της ελληνικής οικογένειας, η «μικροαστική ενσωμάτωση» της εσωτερικής μετανάστευσης, η μόρφωση των παιδιών, η άμυνα στη μισθωτοποίηση και στις διακυμάνσεις της αγοράς εργασίας. Αυτές οι στρατηγικές διαμόρφωσαν τις γειτονιές των ελληνικών πόλεων, με την εκτεταμένη κοινωνική και λειτουργική μείξη, με την ταπεινότητα, την ανεκτικότητα και τη ζωντάνια τους – όσο κι αν είναι αισθητικά επιλήψιμη για τη λόγια αρχιτεκτονική.

Η οικοδομή απασχόλησε διαδοχικά κύματα μετανάστευσης, από τα παλιά σινάφια των συγχωριανών μέχρι τους απόκληρους της ανατολικής Ευρώπης και της μακρινής Ανατολής, στην «αυγή της νέας χιλιετίας». Δημιούργησε έναν κόσμο εξειδικεύσεων, ένα απέραντο πλέγμα συναλλαγών και υπεργολαβιών, τρόπους ζωής και καταναλωτικά πρότυπα, κοινωνικές ιεραρχίες και συνδικαλιστικούς αγώνες. Κι ύστερα ήρθε ο εκσυγχρονισμός, με τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες στο χρηματιστήριο, στα τουριστικά έργα και στην οδοποιία. Ήρθε η καινοτομία στα υλικά και στις τεχνικές κατασκευής, ολοένα και πιο ακριβές, η προαστειοποίηση που άλλαξε την κοινωνική γεωγραφία των πόλεων, ήρθαν τα νέα «χρηματοδοτικά εργαλεία», τα φτηνά ενυπόθηκα δάνεια που δεν μας άφησαν να καταλάβουμε πόσο πιο γρήγορα ανέβαιναν οι τιμές των ακινήτων από τα λαϊκά εισοδήματα.

Η κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας ήταν συνέπεια της βίαιης υποβάθμισης των εισοδημάτων στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, υποβάθμιση που έπληξε πρώτα τα λαϊκά στρώματα. Άρχισε και η άγρια φορολόγηση εισοδημάτων σε ελεύθερη πτώση. Και η φορολόγηση των ακινήτων σε ασύλληπτα ύψη. Και η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των ανέργων. Όλα για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους που, στο μεταξύ, δημιούργησε ένα χρεωμένο πληθυσμό. Άχρηστο βάρος πια τα ακίνητα.

Όποιος μιλάει για τις «θυσίες» του ελληνικού λαού δεν έχει καταλάβει το μέγεθος της απόγνωσης, όπως αποτυπώνεται στον κλάδο της οικοδομής. Τα παραγωγικά της δίκτυα σε διάλυση. Η ανεργία στις πιο τρομακτικές διαστάσεις της σ’ όλα τα επίπεδα απασχόλησης από τους μηχανικούς μέχρι τα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Μια ολόκληρη γενιά βιώνει τον εφιάλτη της απο-ειδίκευσης. Ποιος θα μεταφέρει τεχνογνωσία στους χτίστες του μέλλοντος; Άνθρωποι που ποτέ τους δεν δανείστηκαν φορτώνονται με ασήκωτα χρέη προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, άλλων τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια γίνονται βραχνάς, με μόνη ορατή προοπτική τη μάχη με τις κατασχέσεις. Η ελπίδα της συνταξιοδότησης, για τους μεγαλύτερους, χάνεται μέσα στο δαίδαλο των «μεταρρυθμίσεων». Οι νέοι του μεροκάματου στις ουρές των γραφείων ανεργίας. Οι νέοι μηχανικοί στην ετεροαπασχόληση και το πρεκαριάτο, με ενάμισι ευρώ την ώρα, ή με την «πρακτική» μέχρι να ενδώσουν στη μετανάστευση. Αν κάποτε γυρίσουν, θα τους περιμένουν τα χρέη του ελεύθερου επαγγελματία που δεν υπήρξαν. Για τους κληρονόμους μιας εποχής ευμάρειας, ένα μεταπτυχιακό ίσως καθυστερήσει λίγο την πρόσκρουση στον τοίχο μιας οικονομίας που δεν τους έχει ανάγκη. Ανθρώπινες σχέσεις, οικογενειακά σχέδια, ματαιωμένα εκ των προτέρων σε μια επιβεβλημένη ατέλειωτη εφηβεία.

Ακόμα πιο δυσοίωνη η προοπτική. Όσο το στεγαστικό απόθεμα υποβαθμίζεται χωρίς συντήρηση, όσο αυξάνονται τα κλειστά καταστήματα, τα κενά διαμερίσματα, η ενεργειακή φτώχεια, όσο ευτελίζονται τα ενοίκια και οι αξίες γης με αμείωτα τα φορολογικά βάρη, τόσο ανοίγει ο δρόμος για τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε συμφέρουσες τιμές, για την «κανονικοποίηση» της κτηματαγοράς, για την ανάπτυξη της μεγάλης ιδιωτικής αγοράς ενοικίων. Οι αναπτυξιακές εταιρείες θα καθορίζουν εφεξής την πολιτική εποικισμού, το επίπεδο της «στεγαστικής κινητικότητας», τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Τέρμα στη μικροϊδιοκτησία που αγνοεί τα επενδυτικά ήθη. Τέρμα στις στρατηγικές της επιβίωσης και στο μοίρασμα του πλούτου. Ο καθένας στη θέση που του ορίζει το αόρατο χέρι της αγοράς.

Τέλος εποχής. Η διαχείριση του δημόσιου χρέους, όπως όλοι έχουμε καταλάβει, δεν είναι παρά το μέσο για μια νέα κανονικότητα. Μαζί με την οικοδομική δραστηριότητα όπως τη γνωρίσαμε, η ίδια η δομή της ελληνικής κοινωνίας είναι προορισμένη ν’ αλλάξει. Μας το πουλάνε σαν αναγκαιότητα και δεν είναι η πρώτη φορά. Στα 1930, απόστολος ενός καπιταλισμού που θα εξορθολογιζόταν με την πλήρη απασχόληση, ο J.M. Keynes έγραφε: «Δεν υπάρχει άλλη βούληση από τη δική μας και, στη θέση ενός αόρατου χεριού, δεν υπάρχουν παρά τα ματωμένα μας πόδια που, μέσα από πόνους και λάθη, προχωρούν προς ένα αβέβαιο μέλλον». Κοντά εκατό χρόνια πριν, υπήρχαν εναλλακτικές.



Μαρία Θ. Μάρκου, είναι αρχιτέκτονας μηχανικός, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Ε.Μ.Π. - Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών.

Πηγή άρθρου: Εφημερίδα «Δρόμος της αριστεράς», φύλλο 362 - 3/6/2017


readers  191


Σχόλια (0)


Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
Ν.Καζαντζάκης
Ένα Ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εµάς τους Έλληνες µιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας, έχει ένα όνοµα το τοπίο - το λένε Μαραθώνα, Σαλαµίνα, Ολυµπία, Θερµοπύλες, Μυστρά - συνδέεται µε µιαν ανάµνηση, εδώ ντροπιαστήκαµε, εκεί δοξαστήκαµε, και µονοµιάς το τοπίο µετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε Ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισµένο από ευτυχίες και δυστυχίες µε παγκόσµιο αντίχτυπο, τόσο γεµάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε µάθηµα αυστηρό και δε µπορείς να του ξεφύγεις, γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις.


Τα σχόλια σας...
"Ολίγα τινά για την νεοελληνική ταυτότητα και παράδοση"30/7/2017 Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος
Επιτρέψετε μου να μη συμμερίζομαι την απαισιοδοξία του συμπολίτη μας κυρίου Θεόδωρου Παντούλα.Η παράδοση καθώς και ο ίδιος αναφέρει δεν είναι κάτι το παγιωμένο, το κονσερβοποιημένο και στάσιμο. Καθημερινά αλλάζει πατώντας στον προηγούμενο της εαυτό. Παραμερίζει, αφαιρεί, προσθέτει, ενσωματώνει. Ότι απ' αυτή αξίζει και προσωρινά υποχωρεί στη βίαιη σύγκρουση του με τους τρόπους μιας ασθμαίνουσας ζωής με εξηγήσιμες αιτίες, σίγουρα θα αναγεννηθεί δυναμωμένο και καλύτερο. Και φυσικά και σωστά τα υπέροχα κεντήματα και περίτεχνα σκαλίσματα μιας παλιότερης εγκλωβισμένης σε στενά όρια ζωής, ας μη τα περιμένουμε. Σήμερα οι νέοι άνθρωποι αγόρια και κορίτσια δεν υφαίνουν, δεν κεντούν αλλά σπουδάζουν μουσική, ξένες γλώσσες, τέχνες, επιστήμες. Ανασύρουν, αξιοποιούν, δημιουργούν και εμπλουτίζουν την υπάρχουσα παραδομένη παράδοση με διακρίσεις. Όσο για την γενικευμένη μειονεξία του συλλογικού εαυτού αυτή πράγματι υπήρξε και υπάρχει από την βίαιη ή ύπουλη μεθοδευμένη εισβολή των επικυρίαρχων μας με τα καθρεφτάκια τους ακόμη και με την μορφή των Lexus. Μόδα είναι, θα περάσει. Άλλωστε "ιθαγενείς" πάντα υπήρχαν, υπάρχουν, θα υπάρχουν...
Κομποστοποίηση ΤΟΠΙΚΑ ή ΚΕΝΤΡΙΚΑ; 21/7/2017 Λ.Λ.
Τα αδιέξοδα της Συνοικιακής κομποστοποίησης συνιστούν μία αλλά χειροπιαστή ένδειξη πως η εξόντωση έχει καταστεί ο κεντρικός -αν και ανομολόγητος- στόχος της πολιτικής όπως αυτή ασκείται σήμερα. Το γεγονός ότι τούτη η εξοντωτική τροπή της πολιτικής παραμένει ανομολόγητη σε επίπεδο πολιτικής ρητορείας, δεν σημαίνει πως δεν γίνεται αισθητή στα πεδία της καθημερινής πρακτικής και της εμπειρίας. Πράγματι, δεν είναι η ευημερία, είναι η ύπαρξη που απειλείται. Ούτε καν «πτωχούς πλην όμως τιμίους» δεν μας θέλουν, γιατί ακριβώς οι τίμιοι κάνουν κοινωνίες που ξέρουν να βγάζουν το ψωμάκι τους, να φροντίζουν τα μέλη τους και την αειφορία του περιβάλλοντος χωρίς την ανάγκη κανενός. Αφήστε που οι ίδιοι πτωχοί και τίμιοι αργά ή γρήγορα θα ευημερήσουν απειλώντας την παντοδυναμία του θηρίου του μηδενισμού και των καταστροφέων δουλευτών του: δηλαδή καταστάσεις που είναι ανεπιθύμητες για την «τρέχουσα» πίσω από τις αγορές πολιτική μας. Πάει πια η παλιά έγνοια των αγορών για εκμετάλλευση των παραγωγικών τάξεων! Οι αγορές προτιμούν αποικίες παρασίτων για να πειραματίζονται πάνω τους και να λεηλατούν ανεμπόδιστα τη γη τους. Επομένως η ανυπαρξία κοινωνίας, η ηθική διαφθορά, το παραγωγικό τέλμα κι ένα επαπειλούμενο φυσικό περιβάλλον συνιστούν ιδρυτικές προϋποθέσεις για την τρέχουσα πολιτική και καθόλου προβλήματα για πραγματική θεραπεία. Γι’ αυτό και άπαντα τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης έχουν οσμή παρασιτογόνου και παρασιτοκτόνου μαζί. Γι’ αυτό και αντιθετικοί μέχρι πρότινος ρόλοι, όπως αυτοί στα δίπολα: εργαζόμενος και μισθοφόρος, παραγωγός και καταστροφέας, θριαμβευτής και ηττημένος, προστάτης και βιαστής, τρομοκράτης και αντιτρομοκράτης, κ.ά., γίνανε πλέον τόσο κοντινοί μεταξύ τους και σχεδόν εναλλάξιμοι. Το τείχος ακατανοησίας που έχουν ορθώσει οι δημοτικές δομές απέναντι στο αυτονόητο, έναντι της πρότασης της Συνοικιακής εν προκειμένω, σαν να επρόκειτο για ένα αστήρικτο, ουρανοκατέβατο αίτημα, την ίδια στιγμή που άσχετα, προέλευσης UFO αιτήματα (δες: προγράμματα τύπου ΣΒΑΠ και πλήθος άλλων ψευδοαναπτυξιακών επιλογών επιδοτούμενων από τα ΕΣΠΑ) γίνονται αυτοστιγμεί αποδεκτά, ή η δυσκολία για τους δημότες να αναγνωρίσουμε στη Συνοικιακή την ανάγκη στην οποία ακόμη και οι θεοί πείθονται, η δυσκολία να την ασκήσουμε ενάντια στους δαίμονες της αγοράς και της μικροπολιτικής, όλα τούτα τα εμπόδια προσφέρουν στις Δημοτικές Αρχές έναν «ασφαλή» τρόπο διοίκησης αυτοκτονικής για τους κατοίκους, και συνάμα ένα «δημοκρατικό άλλοθι» λόγω συναινετικής κατάργησης της κοινής λογικής και σύνολης της πραγματικότητας ακόμη και στο πιο στοιχειώδες επίπεδό της, αυτό του τόπου κατοικίας. Με άλλα λόγια από τη στιγμή που η χώρα μου γίνεται εμφανώς τριτοκοσμική, και οι Δήμοι της επίσης, δεν θέλω «Σύμφωνα Ευρωπαίων Δημάρχων» και παρόμοιους αποπροσανατολισμούς, θέλω να γνωρίσω τα πραγματικά προβλήματα των ανθρώπων στις τριτοκοσμικές χώρες, θέλω να διδαχθώ τί και πώς μπορεί να διασωθεί από την ήδη συντελούμενη καταστροφή. Είναι θέμα πολιτικής προστασίας του Δήμου. Όχι από φυσική καταστροφή αλλά από κοινωνική και συστημική. Τόσο απλά. Με ελπίδα, που σημαίνει με αίσθηση ευθύνης, ανησυχία χωρίς πανικό. Υπάρχει κάτι πιο σώφρον από αυτό;


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Κάθε Τρίτη, από τις 20:30 μέχρι τις 22:00 το στέκι της Δράσης είναι ανοιχτό, ενώ παράλληλα, λειτουργεί και η δανειστική βιβλιοθήκη της "Δράσης"




   
© 2006 - 2017 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου