Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
4/9/2017

Όσο υπάρχουν φίλοι

Διήγημα του Λουκά Χονδρού

Να ’ναι καλά ο μαστρο-Στέργιος ο υδραυλικός, που μου ’δωσε τις προάλλες τρία μεροκάματα. Καλός άνθρωπος, δε μπορώ να πω, έστω και μια φορά στο τόσο, με σκέφτεται στη φάση που είμαι, όχι, παράπονο απ’ αυτόν δε μπορώ να έχω. Οι άλλοι όμως, οι τόσοι φίλοι και κολλητοί, πού είναι τώρα που τους έχω ανάγκη; Μπουχός έγιναν όλοι τους κι ούτε που ρωτάνε αν ζω ή αν πέθανα. Και τί να τους πεις δηλαδή, να τους παρακαλέσεις; Δεν ξέρουν το χάλι μου; Το ξέρουν και το παραξέρουν αλλά κάνουν το κορόιδο κι αποφεύγουν κάθε επαφή, ούτε καν ρωτάνε λες και θα τους λερώσω, εγώ, που κάποτε έβαζα πλάτη για πάρτη τους, τώρα, βλέπεις, δεν τους βολεύει και γίνανε λούηδες. Ας είναι, χαλάλι τους...

Να ’ναι καλά ο άνθρωπος, ήρθε ένα βράδυ και με βρήκε στο γιατάκι μου στην πρώτη εσοχή της στοάς του υπουργείου, ούτε δέκα μέτρα απ’ τη λεωφόρο. «Το πρωί θά περάσω να σε πάρω για δουλειά. Βάζω κάτι καλοριφέρ και θέλω δυό χέρια παραπάνω. Να ’σαι έτοιμος, εκεί κατά τις εφτάμισυ». Και μ’ άφησε μια σακούλα του σουπερμάρκετ με μισή φρατζόλα ψωμί, ένα τέταρτο κασέρι, δέκα φέτες μορταδέλα και δυο μπουκάλια μπύρες.

Δηλαδή, να ’ναι καλά λέω, γιατί στα τρία μεροκάματα τσοντάρισε κι από πάνω, σύνολο εκατόν είκοσι ευρουλάκια, που, και τα μισά να μου ’δινε ή το πολύ ογδόντα, δε θα του ’λεγα και τίποτα. Και δεν είναι η πρώτη φορά που μου φέρνεται εντάξει. Το ’χει κάνει αρκετές φορές μέχρι τώρα, στα πέντε χρόνια που έπεσα στην «απόξω». Κι αυτό το εκτιμάω γιατι δείχνει πως δεν είναι αχάριστος, πως αναγνωρίζει ότι χωρίς τη δική μου στήριξη δε θα ’χε στεριώσει στην πιάτσα. Λέω για τότε, που είχα το μαγαζί «ο Φίλος του Υδραυλικού» και τον είχα σε ανοιχτή πίστωση, όπως κι άλλους δηλαδή, αλλ’ αυτός δε μ’ έριξε ποτέ, μπορεί ν’ αργούσε αλλά με ξεπλήρωνε και με το παραπάνω. Οι άλλοι, όχι όλοι βέβαια αλλ’ οι πιο πολλοί, με φέσωσαν, ακόμα έχω να παίρνω, έμ, πώς να μη φαλήρω δηλαδή... Τέλος πάντων, μην αρχίσουμε πάλι την κλάψα.

Απόψε, δε γουστάρω συσσίτιο του δήμου. Από νωρίς πήρα το φιλαράκι μου τον Άγη στο καρτοκινητό, ομοιοπαθής κι αυτός καλό παιδί με νοιώθει, δε μπορώ να πω, τον έχω αποκούμπι αλλά όσο να ’ναι πολύ πιο σικάτος, δε γουστάρει στοές και δρόμους, μένει σε δημοτικό κατάλυμα μαζύ μ’ άλλους πέντε. Δηλαδή Αγησίλαο τον βαφτίσανε αλλά, βλέπεις, έπρεπε να δείχνει άνθρωπος της καλής κοινωνίας καθότι «Aghis, Haute Coiffure Studio» είχε, με ταμπέλα στο γαλλικό απ’ έξω και με δυό αισθητικίνες υπαλλήλους μέσα, άρα το «Αγησίλαος» καθόλου δεν πήγαινε, του ’κανε χαλάστρα, γι’ αυτό και το ’κανε Άγις, με «γιώτα» παρακαλώ, έτσι προς το πιο αρτιστίκ. Το κομμωτήριο βέβαια δεν ήταν καμιά μεγάλη φίρμα αλλά όσο να ’ναι τη σειρά του την είχε και κονόμαγε τις καλές εποχές. Αυτός όμως είχε την τσέπη τρύπια κι όσα έριχνε μέσα, του φεύγανε σε γυναίκες κι αυτοκίνητα και πρώτα τραπέζια πίστα, ακόμα κι όταν η κρίση φούντωνε, και βέβαια, ούτε που πήρε χαμπάρι για πότε βάρεσε κανόνι. Αλλά, είπαμε, μην αρχίσουμε κι απόψε την κλάψα.

-Έλα, κερνάω εγώ απόψε, τα κονόμησα, Τί, ...μη ρωτάς, πώς και γιατί. ...Ναι, σιγά μην τα κάνω μπαγιόκο στην τράπεζα... Έλα ρε, να πούμε δυό κουβέντες...

Και να ’μαι τώρα στο παληό μου ταβερνάκι «το τηγάνι», μακρυά απ’ το κέντρο, προς Πετράλωνα μεριά, να ’χω παραγγείλει γαύρο ξεροτηγανητό, χταποδάκι ψητό, καλαμαράκια, ντοματοσαλάτα με κρεμμύδι και ψητή καυτερή πιπεριά με λαδόξυδο. Και τσίπουρο, τσίπουρο με γλυκάνισο που πολύ το γουστάρει ο Άγης.

Καλοκαιράκι κι έχω πιάσει τραπεζάκι ακριανό να ’χω την ησυχία μου να ’ρθει κι Άγης να πούμε δυό κουβέντες, να το ρίξουμε έξω απόψε. Έχω φορέσει το καλό μου το πουκάμισο, ένα λακόστ δεκαετίας κι ένα ανάλογο τζην παντελόνι, ελαφρώς τριμμένα και τα δύο, αλλά όσο να ’ναι, παραμένουν ευπρεπή και ‘καθώς πρέπει’. Αποβραδίς τα ’χα στρώσει προσεχτικά ανάμεσα στα δυό χαρτόνια μου, που βάζω κατάχαμα και κοιμήθηκα από πάνω τους, όπως κάθε βράδυ, μέσα στο σλήπιγκ μπάγκ, και να δεις που το πρωί ήτανε και τα δυό άψογα, ούτε του σιδερωτήριου δηλαδή!

Το γκαρσόνι έφερε πρώτα το τσίπουρο, με γλυκάνισο όπως του είπα, ένα καραφάκι του τέταρτου, μαζύ μ’ ένα μπώλ παγάκια. Ύστερα έφερε το γαυράκι, ξεροτηγανισμένο μυρωδάτο και λαχταριστό, να κολάζει ακόμα και δεσπότη κι από κοντά τα καλαμαράκια, το χταποδάκι και τη σαλάτα. Έγειρα πίσω την καρέκλα μου να τ’ απολαύσω καλύτερα όλ’ αυτά που είχα μπροστά μου κι ένα κύμα αγαλλίασης φούντωσε μέσα μου. Το πρόσωπό μου έλαμψε, αμβροσία και νέκταρ με περίμεναν, τί άλλο καλύτερο να θέλω; ‘Άντε ρε Άγη, γιατί αργείς, έλα να το ρίξουμε έξω απόψε!’

Κι εκεί πάνω που άρχισα να τσιμπολογάω περιμένοντάς τον, νάσου τον στο τηλέφωνο:

-Άργησες, και σου ’χω δείπνο λουκούλλειο, τον προλαβαίνω για να τον ‘φτιάξω’.

-Ρε συ... με συγχωρείς, έμπλεξα, δε... δε γίνεται να ’ρθω απόψε... Τον άκουσα και μου ’κοψε τα ήπατα κι έμεινα με το χταποδάκι μετέωρο μπροστά στο ανοιχτό μου στόμα!.. Κι αυτός συνέχιζε στον ίδιο χαβά, τα συνηθισμένα λιμοκοντόρικα, ‘ειλικρινά πολύ λυπάμαι και το ’θελα και γω πολύ να σε δώ, να λέγαμε τα παληά μας τα ωραία, αλήθεια σου λέω ...τί να σου πώ τώρα και πάλι ζητάω συγνώμη... την άλλη φορά θα το κάνουμε οπωσδήποτε στο υπόσχομαι...’

Και δόστου το μπίρι-μπίρι και τις τσιριμόνιες του, δεν τον άντεξα, ταμπλάς με γυρόφερνε και του ’κλεισα το τηλέφωνο. Ά, ρε Άγη, με πούλησες... δηλαδή, τί σόι παρέα καλύτερη απ’ τη δική μου βρήκες... και δηλαδή απόψε έλαχε να τη βρείς;... αφού απ’ το γιόμα τα ’παμε και τα συμφωνήσαμε, τί κόνξες μου τσαμπουνάς τώρα και με παρατάς αμανάτι, έτσι στην ψύχρα μ’ ένα «με συγχωρείς»;...

Παίρνω βαθειά ανάσα να ’ρθω στα ίσια μου κι άθελά μου ξεφυσάω ούφ, πάει αποχαλάσαμε, σιχτίρ παληοκοινωνία! Ασυναίσθητα, ρίχνω ένα βλέμμα ολόγυρα: τίποτα το ιδιαίτερο, ησυχία, καθημερινή βλέπεις, κι οι πελάτες λιγοστοί. Μόνο ο σκύλος απέναντί μου στα δυό μέτρα με κοιτάει – αλήθεια πότε ήρθε και δεν τον πήρα χαμπάρι; Αλλά και πώς να τον πάρω δηλαδή, με τέτοιο ταράκουλο που με βρήκε;

Τον κοιτάζω κι εγώ και, δεν ξέρω αν είναι ιδέα μου, αλλά μου φαίνεται πως μου χαμογελάει. Χαλαρώνω, γεμίζω το ποτήρι μέχρι τη μέση με τσίπουρο, ρίχνω και δυό παγάκια μέσα, του χαμογελάω κι εγώ και το πίνω μονορούφι στην υγειά του. Δοκιμάζω ένα γαυράκι, μμμ, τέλειο, ρίχνω ένα και στο σκύλο. Ένα χταποδάκι εγώ, ένα ο σκύλος. Ένα γαυράκι εγώ, ένα ο σκύλος. Ένα καλαμαράκι εγώ, ένα ο σκύλος. Καλά πάμε!

Ωραίος σκύλος, αδέσποτος κι ελεύθερος, χωρίς λουράκι και λοιπά λιλιά στο λαιμό. Κάθεται στα πίσω πόδια του στηριγμένος στα μπροστινά του. Κύριος κι αξιοπρεπής με κοιτάει ίσια στα μάτια, είμαι σίγουρος πως τώρα, με τον τρόπο του δηλαδή, μου μιλάει. Άσπρος, με όμορφες καφεκίτρινες προς το μελί βούλες, μία μικρή στο σταυρό ανάμεσα στα μάτια, από μία στ’ αυτιά κι άλλες μεγαλύτερες στο υπόλοιπο σώμα του. Γεροδεμένο σκαρί παρά την δυστυχία του, με δυνατό θώρακα, καθόλου κοιλιά και γερά πόδια.

Το τσίπουρο στο καραφάκι έχει πιάσει πάτο, έχω έρθει σε καλή φάση, κι όλα τα βλέπω ωραία. Κι ο σκύλος όλο και πιο ωραίος μου φαίνεται. Τον χαζεύω καθώς μοιραζόμαστε το φαγητό και... ρε... ρε σύ, αυτός είναι φτυστός ο Ντίκ! Ναι, ναι, ο Ντίκ ο παιδικός μου φίλος, στο σπίτι μας στο χωριό! Ο Ντίκ, ο σκύλος μου ο ξεχωριστός, ο θεϊκός! Έ ρε τί παιχνίδι ρίχναμε κάθε μέρα, τί αγκαλιές και τί τρεχαλητό! Πανέξυπνος και αεικίνητος, σε κοίταζε στα μάτια κι ό,τι του ’λεγες το ’πιανε αμέσως, δεύτερη κουβέντα δε χρειαζότανε. Κι εκείνος έτσι ήτανε, αξιοπρεπής, μέχρι το χαγιάτι ανέβαινε, ποτέ μέσα στο σπίτι. Με το σπαθί του είχε γίνει μέλος αναπόσπαστο της οικογένειας και συμμετείχε στον αγώνα της επιβίωσης. Θερίζαμε κι αυτός πήγαινε πιο μπροστά, μαζεύαμε καπνό τη νύχτα, αυτός πάλι εμπροσθοφυλακή να ελέγχει το χώρο για φίδια και λοιπά ενοχλητικά ζουλάπια. Και στο μεταξύ να πετάγεται να ρίξει μια ματιά και στ’ άλογα που έβοσκαν πιο πέρα.

Α, ρε Ντίκ, πόσο ομόρφυνες τα παιδικά μου χρόνια!..

Το δείπνο μας τελειώνει κι τούτος εδώ ακόμα πεινάει, αυτό είναι φανερό. Αλλά περήφανος καθώς είναι, δε θέλει να δείχνει λιμασμένος. Τώρα του ρίχνω ψωμί, σκέτο ψωμί κι αυτός ανταποκρίνεται. Κι όλο με κοιτάζει καλοσυνάτα με τα υγρά του μάτια. Παραγγέλνω κι άλλο ψωμί κι ό,τι έτοιμο έχει το μαγαζί, τέτοια ώρα τί να ’χει, να, τρία σουβλάκια από χθες, εντάξει φέρτα. Ωραία, σα να χόρτασε μου φαίνεται. Ξαπλώνει κάτω και με κοιτάζει ευχαριστημένος κουνώντας την ουρά του.

Πέρασε η ώρα, κοντεύει μεσάνυχτα. Οι πελάτες αραίωσαν, ώρα να πηγαίνω. Αλλά όχι, δε θα φύγω έτσι. Του κάνω νόημα κι έρχεται κοντά μου. Τρίβεται στα πόδια μου, τον χαϊδεύω στο πρόσωπο κι αυτός μου χαμογελάει ευτυχισμένος. Με καταλαβαίνει αφού κι αυτός άστεγος είναι.

-Άντε φίλε μου, καλά περάσαμε οι δυό μας, δε φαντάζεσαι τί χαρά μου ’δωσες απόψε. Θα ξανάρθω και θα τα ξαναπούμε..

Με αντιχαιρετάει κι αυτός, κουνώντας την ουρά του.

Σουρωμένος αλλά «πλήρης», παίρνω το δρόμο για το γιατάκι μου. Κι ούτε που κατάλαβα πώς έφτασα και πώς με πήρε ο ύπνος. Και τί ύπνος! Όλα τα όμορφα όνειρα, τα πιο όμορφα όνειρα, περνούσαν μαζεμένα από μπροστά μου. Λες και μήνες, χρόνια, περίμεναν αυτή τη νύχτα! Θα πρέπει να χαμογελούσαν μέχρι και τ’ αυτιά μου, ώ, είμαι σίγουρος γι’ αυτό!

Κι εκεί κοντά το πρωί, στο πρώτο αχνοφέξιμο της στοάς, πάνω στο στερνοΰπνι, ένα χάδι απαλό απλώνεται γλυκά-γλυκά σ’ όλο μου το πρόσωπο, ένα χάδι ίσο με χίλια φιλιά. Όμορφα που είναι! Και το χάδι γίνεται ανάσα, ανάσα ζεστή και με ξυπνάει. Πλάι μου ο σκύλος, ο ίδιος, ο χθεσινός, μου χαμογελάει.

Όχι, αυτό δεν είναι όνειρο!..



Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ» στο ένθετο «Αυγή αναγνώσεις» την 14/8/2017


Σημείωση: Ο συντοπίτης μας Λουκάς Xονδρός εργάστηκε στην Δ.Ε.Η. ως μηχανικός (Dipl. Civil Eng. MSc) μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων, συμμετέχει συνεχώς και ενεργά στα δημοτικά πράγματα των Βριλησσίων (υπήρξε υποψήφιος Δήμαρχος και υποψήφιος σύμβουλος της πόλης) και ασχολείται και με τη συγγραφή. Βιβλία του έχουν συμπεριληφθεί σε σχολικές βιβλιοθήκες:
http://7gym-chanion.chan.sch.gr/NEWPAGE/PAGES/books.htm

Έργα του:

«Φεγγίτης στην ομίχλη»,
εκδόσεις «ΙΡΙΣ - Α.Σ. ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ – ΑΘΗΝΑ», 2010.
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22808&subid=2&pubid=10906960

«Μέχρι το τρένο», εκδόσεις «Δελφίνι».
http://www.politeianet.gr/sygrafeas/chondros-loukas-51147

Σχόλια και επιμέλεια: Δημοσθένης Μπούκης του Γιάννη



readers  111


Σχόλια (1)


Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος 6 Σεπ 2017, 11:58
Ένας γεμάτος σύγχρονος γραφιάς, γράφει για έναν άστεγο με αρχοντιά!
Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Στην αόριστη αγάπη για την ανθρωπότητα, αγαπάς σχεδόν πάντα μονάχα τον εαυτό σου.


Τα σχόλια σας...
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;10/10/2017 Παπαχριστοδούλου Μαρίνα
Έχω και εγώ σοβαρές επιφυλάξεις για το άρθρο αυτό. Δεν είναι ακριβώς τα ζητήματα που βάζει ο Ορέστης που με απασχολούν, ούτε ξέρω να πω αν είναι καλύτερα αυτή την περίοδο να ζήσει η Καταλονία μακριά ή μέσα στην Ισπανία. Είναι το γεγονός ότι τόσο Régis de Castelnau όσο και ο Μπελαντής (λιγότερο) οι οποίοι και προφανώς έχουν καταλήξει ότι η Καταλονία πρέπει να μείνει στην αγκαλιά της κραταιής Ισπανίας ή καλύτερα είναι ενάντια στις αποσχιστικές τάσεις, αντιμετωπίζουν το θέμα με απίστευτη μονομέρεια. Μάλιστα στο άρθρο του Castelnau μπορώ να πω ότι διακρίνω μια υποτιμητική, σχεδόν ρατσιστική αντίληψη προς τους νότιους και τους "αριστερούς", ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σήμερα. Μου θύμισε κάτι από την ανωτερότητα των προηγμένων βόρειων ενάντια στους καθυστερημένους νότιους για να μην θυμηθώ την αποικιοκρατία κοκ. Αλλά οι κύριες επιφυλάξεις μου είναι τρεις: Πρώτον: κανένας από τους δύο δεν αναφέρεται στο όργιο αυταρχισμού και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς από την κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας (και κατ΄ επέκταση στους σχετικούς χειρισμούς της ΕΕ) απέναντι στους Καταλανούς, στάση στην οποία κανένας προοδευτικός άνθρωπος και πολύ περισσότερο σχολιαστής δεν μπορεί να αγνοεί . Η άποψή μου, που νομίζω ότι είναι κεντρική θέση της Δράσης ότι «δεν θέλουμε τίποτα, ούτε το καλύτερο ούτε το χειρότερο για μας αν δεν συμμετέχουμε στην απόφασή του» και από αυτή την άποψη δεν είναι να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε στο δικαίωμα των Καταλανών στην αυτοδιάθεση, αλλά να συμφωνήσουμε απόλυτα στο δικαίωμα τους να αποφασίζουν για την αυτοδιάθεση ή όχι. Τέλος διάβασα κάπου ότι τόσο η στάση της κυβέρνησης Ραχόι, όσο και της ΕΕ είναι για να διδάσκονται στα πανεπιστήμια, στις σχολές πολιτικών επιστημών ως παραδείγματα του τι πρέπει να κάνεις για να πετύχεις αυτό που δεν θέλεις. Το λέω εδώ για να σημειώσω ότι ΕΕ και Ραχόι αυτό ήθελαν και όχι δεν ήθελαν και αυτή τη διάσταση την δίνει ο Castelnau, όχι όμως με πολύ πειστικό τρόπο. Δεύτερον: Το γεγονός ότι υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα που παραπέμπουν στην καταστροφική εξέλιξη αποσχιστικών κινημάτων (πχ Γιουγκοσλαβία , Ουκρανία ), δεν σημαίνει ότι εμείς συλλήβδην θα είμαστε κατά των αιτημάτων και κινημάτων αυτοδιάθεσης. Και στο κάτω-κάτω είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Ένα να επιλέξει ένας λαός πως θέλει να ζήσει, μέσα σε ποιο πλαίσιο. Δικαίωμα του αναφαίρετο. Και ένα δεύτερο να προσπαθήσει να εμποδίσει τις έξωθεν επεμβάσεις. Ανεδαφικό σήμερα; Μάλλον δύσκολο, αλλά δεν βλέπω και άλλο τρόπο. Ούτε είναι δικαιολογία ότι ο Κάρλας Πουτσντεμόν είναι συντηρητικός άρα δεν μπορούμε ως προοδευτικοί να συντασσόμαστε με το αίτημα του. Ένα αίτημα είναι αυθύπαρκτο και ως τέτοιο πρέπει να κρίνεται. Συνυπολογίζεις πολλούς παράγοντες για να πεις αν είσαι υπέρ ή κατά. Ποια συμφέροντα εξυπηρετεί κυρίως κλπ, και μετά ας το υποστηρίζει όποιος θέλει. Τρίτο: Υπάρχει μία πλευρά της πολιτικής ζωής στην Ισπανία που αποσιωπάται αν και σε αυτήν εδράζονται πολλά από τα κακώς κείμενα που παρακολουθούμε να συμβαίνει σε αυτήν την χώρα. Πρόκειται για το γεγονός ότι μια δικτατορία που κράτησε 39 ολόκληρα χρόνια καταλύθηκε χωρίς να ανοίξει μύτη, χωρίς να υπάρξει κανενός είδους αποχουντοποίηση. Όλοι έμειναν στη θέση τους και συνέχισαν να κάνουν τη δουλειά τους όπως την ήξεραν. Οι στρατιωτικοί στο στρατό, οι αστυνομικοί στην αστυνομία, οι παπάδες στην εκκλησία (μεγάλο στήριγμα της δικτατορίας και πολύ το απόλαυσε η εκκλησία αυτό) κοκ. Οι δικοί μας χουντικοί, που παρεμπιπτόντως φαντάζουν αγγελάκια μπροστά στους Ισπανούς, με κάποιον τρόπο έστω περιορισμένο τιμωρήθηκαν. Εκεί τίποτα. Μόλις τον τελευταίο καιρό γίνονται προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το θέμα. Ακούγονται όλο και περισσότερες φωνές, γίνονται και κάποια πράγματα, όχι τόσο εξ αιτίας του παρελθόντος, αλλά εξ αιτίας της δράσης όλων αυτών σήμερα. Ως συνέπεια αυτού είναι φυσικό να υπάρχει τόσος αυταρχισμός εκεί. Φυσικό όσο και απαράδεκτο.
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;9/10/2017 Ορέστης Ηλίας
Από αυτούς που χαίρουν της συντροφικής εκτίμησης του Μπελαντή, κανένας δεν είπε ότι το καταλανικό εθνικό ζήτημα είναι σπόρος του σοσιαλιστικού μέλλοντος..(μακάρι να γίνει) Όμως, είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η κοινωνική διάσταση του κινήματος απέναντι στην αμιγώς εθνική. Οι επιτροπές και συντονισμοί που στήθηκαν σε χώρους δουλειάς, γειτονιές και πανεπιστήμια για την διασφάλιση του δημοψηφίσματος είναι κύτταρα που κρίνουν στη συνέχεια το τι είδους ανεξαρτησία θέλουν "οι από κάτω", για να μην περιοριστεί όλο αυτό το κίνημα σε μια απλή αλλαγή σημαίας. Άρα, ας μην βιαζόμαστε στις αναλύσεις διότι το εθνικό μετατρέπεται πολλές φορές σε ταξικό. Παράδειγμα το Brexit, όλοι οι αναλυτές έγραφαν σεντόνια για τον εθνικισμό των Άγγλων και ότι εμπιστεύονται την πλούσια οικονομία τους γι' αυτό ψήφισαν έξοδο από την ΕΕ πριν ενάμισι χρόνο, όμως οι τελευταίες εκλογές (Ιούνιος 2017) έδειξαν στροφή προς τα αριστερά, πτώση των εκφραστών της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και πλήρη εξαφάνιση των εθνικιστών. Είναι οι αγώνες των απλών καθημερινών ανθρώπων που μπορούν να μετατρέπουν ακόμα και "ψευτοδημοψηφίσματα" σε κρίση κυριαρχίας της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Και αυτό είναι κάτι που το θέλουμε όλοι όσοι βάζουμε τον εαυτό μας στους "από τα κάτω".
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;9/10/2017 Γιάννης Τσούτσιας
Δεν τα λέει μόνο ο Castelnau. Τα λέει π.χ. και ο Μπελαντής. Επισημαίνοντας μάλιστα, ότι "...μου προξενεί μεγάλη εντύπωση η εξής αντίφαση: πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα της Αριστεράς, στα οποία έχω συντροφική εκτίμηση αλλά διαφωνώ μαζί τους ιδεολογικά, που στην Ελλάδα ή αλλού αισθάνονται ρίγος ή ψυχική απώθηση, όταν εκφέρονται οι λέξεις «εθνικό ζήτημα», «πατρίδα» ή «εθνική ανεξαρτησία» (σε ένα έθνος-κράτος που υπάρχει εδώ και δύο αιώνες), αντιστρέφουν τελείως την οπτική τους, όταν πρόκειται για την καταλανική εθνότητα. Η μια εθνότητα (η δική μας) είναι αυτόχρημα καπιταλιστική, η άλλη φέρει τον σπόρο του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Πόση λογική, πολιτική και θεωρητική συνοχή υπάρχει ανάμεσα στις δύο ταυτόχρονες αυτές τοποθετήσεις;" Όλο το άρθρο: pandiera.gr Για την υπόθεση της Καταλονίας -μια πολύ διαφορετική άποψη. Του Δημήτρη Μπελαντή. 9/10/2017


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Κάθε Τρίτη, από τις 20:30 μέχρι τις 22:00 το στέκι της Δράσης είναι ανοιχτό, ενώ παράλληλα, λειτουργεί και η δανειστική βιβλιοθήκη της "Δράσης"




   
© 2006 - 2017 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου