Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
10/11/2017

O Ελληνοϊταλικός πόλεµος µε τη µατιά του Olivier Delorme

Απόδοση από τα γαλλικά, Σταύρος Λάβδας

Στις 28 Οκτωβρίου ο ιστορικός και φίλος της «Δράσης» Olivier Delorme, ανάρτησε στο blog του το κεφάλαιο του βιβλίου του «La Grèce et les Balkans» (Η Ελλάδα και τα Βαλκάνια), που αφορά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 40-41. Σας το παρουσιάζουµε!




Στις 10 Ιουνίου 1940, ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεµο κατά της Γαλλίας, για να σιγουρέψει τη γερµανική νίκη και να επωφεληθεί από τη γαλλική ήττα. Οι Ιταλοί αναχαιτίστηκαν παντού, αλλά παρόλα αυτά ο Ντούτσε θεωρούσε ότι, τη στιγµή της γαλλο-ιταλικής ανακωχής της 24ης Ιουνίου, ο Φύρερ δεν έκανε τίποτα ώστε η Ιταλία να πάρει κάποιο µερίδιο της νίκης, ενώ η ΕΣΣΔ εκµεταλλεύτηκε τη γαλλική ήττα για να πατήσει πόδι στη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα!1

Ο Ντούτσε λοιπόν ήθελε να πάρει τη ρεβάνς και το επιτελείο του τον διαβεβαίωνε ότι µια εισβολή στην Ελλάδα θα ήταν υγιεινός περίπατος. Στην Αλβανία και τις ναυτικές βάσεις του Τάραντα και των Δωδεκανήσων, η Ιταλία διέθετε όλη την απαραίτητη υλικοτεχνική υποστήριξη για µια τέτοια επιχείρηση. Όσο για την Αγγλία, δεν θα είχε καν χρόνο να παρέμβει πριν την είσοδο του Ντούτσε στην Αθήνα. Λες και θα είχε την επιθυμία για κάτι τέτοιο, αφού αν το έκανε θα αποδυνάμωνε την άµυνα του Σουέζ, την ίδια ώρα που η Συρία και ο Λίβανος παρέμεναν υπό τις διαταγές της κατοχικής κυβέρνησης του Βισύ. Εξάλλου στις 3 Ιουλίου, οι Βρετανοί αφόπλισαν µε τη βία το γαλλικό στόλο της Αλεξάνδρειας και κατέστρεψαν αυτόν του Mers el-Kebir (Μέρς-ελ-Κεµπίρ, λιµάνι της Αλγερίας).

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η ιταλική προπαγάνδα γίνεται πιο επιθετική απέναντι στην Ελλάδα και προσπαθεί να κινητοποιήσει την αλβανική μειονότητα της Ηπείρου, καταγγέλλοντας φανταστικές ελληνικές διώξεις. Η στρατηγική της έντασης κορυφώνεται στις 15 Αυγούστου, τη στιγµή που οι Έλληνες γιορτάζουν την Κοίµηση της Θεοτόκου, τη σηµαντικότερη θρησκευτική γιορτή µετά το Πάσχα, ειδικά στο νησί της Τήνου, όπου φτάνουν άνθρωποι από όλη τη χώρα για να προσκυνήσουν τη θαυµατουργή εικόνα της Παναγίας. Εκείνη τη µέρα, ένα ιταλικό υποβρύχιο, που ήρθε από τα Δωδεκάνησα, τορπιλίζει στο λιµάνι της Τήνου, το παλιό ελληνικό αντιτορπιλικό "Έλλη" που εκπροσωπούσε στους εορτασµούς το Ελληνικό Πολεµικό Ναυτικό, του οποίου η Παναγία είναι προστάτιδα, ενώ δύο τορπίλες εκρήγνυνται στην αποβάθρα όπου συσσωρεύεται πλήθος πιστών - χωρίς να προκαλέσουν θύµατα, κάτι το οποίο το πλήθος θεωρεί θαύµα. Η συγκίνηση στη χώρα είναι πολύ µεγάλη ενώ ο Μεταξάς απαγορεύει τη δηµοσίευση των αποτελεσµάτων της επίσηµης έρευνας, που ταυτοποιεί τις τορπίλες σαν ιταλικής προέλευσης. Ο δικτάτορας εξακολουθεί να πιστεύει ότι µπορεί να αποφύγει τον πόλεµο προσεγγίζοντας το Βερολίνο. Το Βερολίνο συνιστά στην Αθήνα να µην κινητοποιηθεί, παρά τη συγκέντρωση ιταλικών στρατευµάτων στα αλβανικά σύνορα.

Για τους Γερµανούς, η Ελλάδα δεν παρουσιάζει πραγµατικό ενδιαφέρον. Αν και φαίνεται προς το παρόν να κλείνει προς την αγγλική πλευρά, κυρίως εξαιτίας του ιταλικού κινδύνου, οι µικρές στρατιωτικές της δυνατότητες της απαγορεύουν να σπάσει την ουδετερότητα που διακήρυξε στις 3 Σεπτεµβρίου 1939. Το καθεστώς της χώρας είναι αντικοµµουνιστικό, ιδεολογικά κοντά στο Άξονα και η οικονοµία της είναι στενά συνδεδεµένη µε την οικονοµία του Ράιχ, το οποίο, καθώς ετοιµάζεται για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση την άνοιξη, επιθυµεί να αποφεύγονται οι αναταράξεις στην περιοχή, δηλαδή µια πιθανή σοβιετική επέµβαση στα Βαλκάνια που θα µπορούσε να προκληθεί από µια ιταλική επίθεση στην Ελλάδα.

Στις 4 Οκτωβρίου 1940, κατά τη διάρκεια συνάντησης στο Brenner (Mπρένερ, κωµόπολη στα ιταλο-αυστριακά σύνορα), ο Χίτλερ απαγορεύει στον Μουσολίνι κάθε σχετική πρωτοβουλία. Ο Ιταλός προσπαθεί να πείσει τον Γερµανό ότι είναι σε θέση να τακτοποιήσει γρήγορα το θέµα της Ελλάδας, αλλά αντιµετωπίζει κάθετη άρνηση. Στη συνέχεια, τις επόµενες µέρες, πληροφορείται την είσοδο των Ναζί στη Ρουµανία ...χωρίς ο Χίτλερ να θεωρήσει σκόπιµο να τον ενηµερώσει για αυτό. Ο Τσιάνο (Υπουργός Εξωτερικών και γαµπρός του Μουσολίνι), που θεωρεί τον πόλεµο κατά της Ελλάδας σαν τυπική διαδικασία και σε συζήτηση του µε τον Εµανουέλε Γκράτσι, πρέσβη στην Αθήνα, τον αποκαλεί guerra mia (ο πόλεµος µου), περιγράφει στο ηµερολόγιο του την οργισµένη αντίδραση του πεθερού του: «Ο Χίτλερ µε βάζει πάντα µπροστά σε τετελεσµένα! Θα τον πληρώσω αυτή τη φορά µε το ίδιο νόµισµα. Θα µάθει από τις εφηµερίδες ότι έχω εισβάλει στην Ελλάδα. Έτσι θα αποκατασταθεί η ισορροπία».

Στις 23 Οκτωβρίου, γνωρίζοντας ότι ο Φύρερ βρίσκεται στο Hendaye (Ανταΐ, γαλλική πόλη, στα γαλλο-ισπανικά σύνορα) όπου ο Φράνκο του απαριθµεί τις αµέτρητες προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ισπανία θα συµµετάσχει στον πόλεµο, ο Ντούτσε γράφει στο Βερολίνο για να ενηµερώσει για την αµέσως επόµενη ιταλική πρωτοβουλία. Ο Χίτλερ, ο οποίος συναντά στις 24 Οκτωβρίου τον Πεταίν (επικεφαλής της κατοχικής κυβέρνησης του Βισύ) στο Montoire (Μοντουάρ, κωµόπολη της Κεντρικής Γαλλίας), λαµβάνει γνώση της επιστολής στις 25 και αµέσως ζητά συνάντηση µε τον Μουσολίνι. Στις 28 στη Φλωρεντία, ο Ντούτσε τον υποδέχεται κατά την αποβίβαση του από το τρένο µε ένα θριαµβευτικό: «Φύρερ, προχωρούµε! ».

Το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου ο Γκράτσι παραθέτει µεγάλη δεξίωση προς τιµή του γιου του Πουτσίνι -που είχε έρθει στην Αθήνα για να παραβρεθεί στα εγκαίνια της Λυρικής Σκηνής (στην χορωδία της οποίας είχε ενταχθεί από τον Ιούνιο η νεαρή τραγουδίστρια Μαρία Κάλλας)-µε καλεσµένη όλη την αθηναϊκή υψηλή κοινωνία. Λίγο αργότερα, στις 3 το πρωί της 28ης σηκώνει από το κρεβάτι του τον Έλληνα δικτάτορα για να του επιδώσει τελεσίγραφο ... που λήγει στις 6:00. Απαιτεί την ελεύθερη κυκλοφορία στο ελληνικό έδαφος των ιταλικών στρατευµάτων και την κατοχή από αυτά διαφόρων στρατηγικών θέσεων.

Το «Όχι» του Μεταξά διεγείρει στη χώρα έναν πατριωτικό ενθουσιασμό που ξεπερνά τις πολιτικές διαιρέσεις. Ενώ οι Ρουµάνοι κομουνιστές συνεχίζουν να είναι σε αντίθεση µε την κοινωνία τους στο εθνικό ζήτηµα, υποστηρίζοντας τις σοβιετικές προσαρτήσεις του 1940, οι Έλληνες κοµουνιστές τοποθετούνται, παρά το Γερµανο- σοβιετικό σύµφωνο ( το οποίο -πρέπει να σηµειωθεί- η Ιταλία δεν είχε υπογράψει), σε µια λογική εθνικής ενότητας. Αυτό εκφράζεται στην ανοικτή επιστολή που γράφει από τη φυλακή του ο Νίκος Ζαχαριάδης (πρώτος γραµµατέας του ΚΚΕ από το 1931, γενικός γραµµατέας το 1935) στις 31 Οκτωβρίου, και δηµοσιεύει άµεσα ο σφοδρός αντικοµουνιστής Μανιαδάκης, υπουργός Δηµόσιας Τάξης:

«Προς το λαό της Ελλάδας:
Ο φασισµός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα µε σκοπό να την υποδουλώσει και να την εξανδραποδίσει. Σήµερα όλοι οι Έλληνες παλεύουµε για τη λευτεριά, την τιµή, την εθνική µας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήµερα έναν πόλεµο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισµό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο µέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεµατιά, το κάθε χωριό, καλύβα µε καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι µε σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κάθε πράκτορας του φασισµού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεµο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι µας πρέπει να δώσουµε όλες µας τις δυνάµεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόµενο λαό και επιστέγασµα για το σηµερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, µια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωµένη από κάθε ξενική ιµπεριαλιστική εξάρτηση, µ’ ένα πραγµατικά παλλαϊκό πολιτισµό. Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόµενοι όλου του κόσµου στέκουν στο πλευρό µας ».


Σύµφωνα µε αυτή τη γραµµή, η οποία µεταφέρει τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές µετά τη νίκη, κάποια από τα στελέχη του ΚΚΕ στη συνέχεια, ζητούν την απελευθέρωση τους από το Μεταξά για να ενταχθούν στο στρατό. Μάταια. Γιατί αν αυτό το «Όχι» της 28 Οκτωβρίου εκφράζει το κοινό λαϊκό αίσθηµα, ο Μεταξάς παραµένει ένας δικτάτορας, που δεν προτίθεται να αλλάξει τίποτα στο καθεστώς του. «Με το Όχι», λέει ο Σεφέρης, «ο Μεταξάς δεν κατάλαβε ότι τότε είχε όλο το λαό µαζί του (...). Αν το είχε καταλάβει η αλαζονεία του τον εµπόδισε από το να κάνει τη µόνη κίνηση που επιβάλλονταν µια τέτοια στιγµή: να στείλει στα σπίτια τους, τους διάφορους ανάξιους, που τον περιστοίχιζαν και να µαζέψει γύρω του τους ανθρώπους που ήσαν ικανοί να τον βοηθήσουν στον τροµακτικό αγώνα όπου έµπαινε ό λαός µας. Αλλά όλους τους µέτριους, τους άψυχους, τους µικροκατεργάρηδες, τους ανθρώπους που δεν είχαν άλλο µέσα τους παρά το δέος της Γερµανίας, τους κράτησε. (...) Ο λαός προσπάθησε µάταια να κάνει τον Μεταξά να καταλάβει αυτή τη ριζική αλλαγή της κατάστασης. (...) Το «όχι» σήµαινε ότι η Ελλάδα θα πολεµούσε τον πιο δύσκολο πόλεµο στην ιστορία, µαζί µε εκείνους που χτυπούσαν τις φασιστικές δυνάµεις. Μόνο που το ελληνικό κράτος ήταν το ίδιο φασιστικό. Πώς ήταν δυνατό να συνδυαστούν τα δύο αυτά πράγµατα; Τη λύση τη βρήκαν κουτοπόνηρα οι άνθρωποι του Μεταξά: “Δεν είµαστε σε πόλεµο εναντίον του Άξονα(...). Ο πόλεµος είναι εναντίον των Ιταλικών ενόπλων δυνάµεων».

Στο πεδίο της µάχης, τα πρώτα ιταλικά στρατεύµατα εισέβαλλαν στην Ελλάδα στις 5:30 (µισή ώρα πριν την εκπνοή του τελεσιγράφου), κατά µήκος τριών αξόνων. Προχωρούν πιο αργά από ότι αναµενόταν στην ακτή. Στο κέντρο, στον ορεινό όγκο της Πίνδου (1500 µ. υψόµετρο), καταφέρνουν να πάρουν την Κόνιτσα, περίπου δέκα χιλιόµετρα από τα σύνορα. Στα ανατολικά, προς τη Φλώρινα, σταµατούν γρήγορα. Η αριθµητική υπεροχή των Ιταλών είναι τεράστια: έχουν 27 καλά εξοπλισµένες µεραρχίες. Οι Έλληνες µπορούν να αντιτάξουν µόνο µια, ενώ άλλες 15 θα προστεθούν σταδιακά όσο προχωρεί η επιστράτευση που αποφασίστηκε µετά την επίθεση. Αλλά οι Έλληνες στρατιώτες φαίνονται από την αρχή πιο αποφασισµένοι, ενώ οι τροµερές καιρικές συνθήκες µειώνουν το συντριπτικό πλεονέκτηµα των Ιταλών στον τοµέα των εξοπλισµών. Η Αεροπορία επιτίθεται στα λιµάνια της Πάτρας, του Πειραιά, της Κέρκυρας, του Βόλου, στη Διώρυγα της Κορίνθου στο σιδηροδροµικό κόµβο της Θεσσαλονίκης και αλλού, αλλά δεν µπορεί να υποστηρίξει αποτελεσµατικά τα χερσαία στρατεύµατα. Η προώθηση των τεθωρακισµένων και των µηχανοκίνητων επιβραδύνεται ή αποτρέπεται από το ανάγλυφο του εδάφους και τους πληµµυρισµένους ποταµούς. Επιπλέον, τα ελληνικά στρατεύµατα έχουν γνώση του ιδιαίτερα δύσκολου εδάφους και την ενεργό υποστήριξη του άµαχου πληθυσµού: η ανετοιµότητα της διοίκησης, η καθυστερηµένη κινητοποίηση, η έλλειψη δρόµων και σύγχρονων µέσων µεταφοράς, η έλλειψη φορτηγών, ακόµη και γαϊδουριών, κάνουν τον ανεφοδιασµό των µαχητών σε τρόφιµα και πυροµαχικά να εξαρτάται από τις γυναίκες και τα παιδιά της περιοχής, που τα µεταφέρουν µε τα πόδια, στην πλάτη τους, µέχρι το µέτωπο.

Στις 6 Νοεµβρίου οι Έλληνες, οι οποίοι αγωνίζονται ένας εναντίον τεσσάρων σε αυτόν τον τοµέα, επιτίθεται στην µεραρχία αλπινιστών Τζούλια που από την Κόνιτσα, έχει προχωρήσει προς το Μέτσοβο. Στις 13 αυτή η επίλεκτη µονάδα επιστρέφει πίσω από τα σύνορα: έχει χάσει σχεδόν το 20% του δυναµικού της. Αυτή η αποτυχία αναγκάζει τους Ιταλούς που προχωρούσαν κατά µήκος της ακτής να υποχωρήσουν γρήγορα. Ντροπιασµένος ο Μουσολίνι αντικαθιστά τον επικεφαλής, όµως στις 14 Νοεµβρίου ο στρατηγός Παπάγος ξεκινά µια µεγάλη επίθεση. Στην Κοριτσά, τα στρατεύµατά του προκαλούν σοβαρή ήττα στην ένατη ιταλική στρατιά, µια µονάδα στο σύνολο της σχεδόν µηχανοκίνητη, ενώ τη νύχτα της 11 µε 12, µια βρετανική αεροπορική επιδροµή στον Τάραντα καταστρέφει ή προξενεί σοβαρές ζηµιές στο ήµισυ των σηµαντικών πλοίων του Φασιστικού στόλου, και εξασφαλίζει τις θαλάσσια σύνδεση µεταξύ της Αιγύπτου και της Ελλάδας.

Στα τέλη Ιανουαρίου του 1941, το µέτωπο σταθεροποιείται σε απόσταση µεταξύ 25 και 55 χλµ. βόρεια από τα αλβανικά σύνορα και οι Έλληνες είναι κύριοι της Χιµάρας, των Άγιων Σαράντα, του Αργυρόκαστρου και της Κοριτσάς. Στη βόρεια Ήπειρο που η ελληνική πλειοψηφία της είχε ξεσηκωθεί κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέµων για την ένωση της µε την Ελλάδα, αλλά είχε ωστόσο δοθεί στην Αλβανία από τις Μεγάλες Δυνάµεις το 1913 και το 1921, ο Ελληνικός στρατός κατά κανόνα γίνεται δεκτός σαν απελευθερωτής.

Αυτές οι νίκες, οι πρώτες ενάντια σε στρατό του Άξονα έχουν τεράστιο διεθνή αντίκτυπο: στην είσοδο της Μenton (Μεντόν, γαλλική πόλη στα γαλο-ιταλικά σύνορα) που έχει καταληφθεί από τους Ιταλούς, η γαλλική αντίσταση υψώνει πανό µε την ακόλουθη προειδοποίηση: «Ελληνες στρατιώτες άλτ! Εδώ, είναι γαλλικό έδαφος!» ένα άλλο, στη Ventimiglia ( Βεντιµίλια, πόλη στα γαλλο-ιταλικά σύνορα), γνωστοποιεί: «Αν θέλετε να επισκεφθείτε την Ιταλία, ενταχθείτε στον ελληνικό στρατό». Μεγάλο µέρος των εκποµπών του BBC στα γαλλικά αφορά τον πόλεµο στην Αλβανία. Επικαλούνται τον Ουγκό, τον Φαβιέρο και τη γαλλική αποστολή στην Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια του πολέµου της Ανεξαρτησίας. Ο Jean Marin (14 Μαρτίου 1941) εξυµνεί το θάρρος του µικρού αµυνόµενου λαού: «Δεν λέµε πια ότι οι Ελληνες πολεµούν σαν ήρωες. Ο κόσµος λέει ήδη: οι ήρωες πολεµούν σαν Έλληνες».²

Όσο για τον Maurice Schumann, καταγγέλλει την επιθετικότητα, στο "Honneur et patrie"(Τιµή και Πατρίδα), από τις 29 Οκτωβρίου 1940: «Από χθες, οι δικτάτορες επιτίθενται για να κατακτήσουν την Ακρόπολη. Αυτό το σύµβολο έλειπε από την εγκληµατική συλλογή τους. Δεν τους ήταν αρκετή η τερατώδης πρόκληση που εξαπέλυσαν ενάντια σε είκοσι αιώνες χριστιανικού πολιτισµού. Καθοδηγούµενοι από µια αλαζονεία που οδηγεί στην απώλεια, καταδιώκουν τον ανθρωπισµό ακόµη και µέσα στο λίκνο του. (...) Πώς µπορούµε να ξεχνάµε ότι η Γαλλία δεν θα ήταν η Γαλλία, αν η Ελλάδα δεν ήταν η Ελλάδα, αν η αιώνια Αντιγόνη, απέναντι στον αιώνιo Κρέοντα δεν είχε διακηρύξει την αόρατη υπεροχή του ηθικού νόµου πάνω στην τυφλή βία ».

O ελληνικός στρατός είναι ωστόσο σε επισφαλή θέση: η γραµµή Μεταξά έχει απορροφήσει το µεγαλύτερο µέρος των στρατιωτικών δαπανών µετά το 1936, τα λιγοστά άρµατα µάχης είναι εντελώς ξεπερασµένα, το πεδινό πυροβολικό δεν είναι το πιο σύγχρονο - κάποια κανόνια εκρήγνυνται και σκοτώνουν το προσωπικό τους -και πέρα από τα 5 Morane που παραδόθηκαν από τη Γαλλία τον Ιανουάριο του 1940, η αεροπορία διαθέτει µόνο µια δωδεκάδα σύγχρονων αεροσκαφών, µε πιλότους που κάποιοι από αυτούς δεν έχουν ακόµη ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους, ενάντια σε 101 βοµβαρδιστικά και 54 µαχητικά των Ιταλών. Η επιµελητεία δυσκολεύεται να ανεφοδιάσει τους στρατιώτες που ζουν και αγωνίζονται κάτω από συνθήκες ακραίων κακουχιών. Λείπουν τα πάντα, από άρβυλα µέχρι κουβέρτες. Πλέκουν πολύ στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια αυτών των µηνών, αλλά τα ατελιέ των κυριών της καλής αθηναϊκής κοινωνίας δεν αρκούν για να αποτρέψουν τα κρυοπαγήµατα. Οι υπηρεσίες υγείας είναι ανεπαρκείς και καθόλου εξοικειωµένες µε την παθολογία ασθενειών που οφείλονται στο κρύο: τα νοσοκοµεία γεµίζουν ακρωτηριασµένους, η γάγγραινα και η πνευµονία σκοτώνουν τόσο όσο και οι ιταλικές σφαίρες.

Τέλος, αν και η κινητοποίηση της αµάχων είναι συνολική και οι διαδηλώσεις ενάντια στην Ιταλία καθηµερινές, ο οπλισµός του Έλληνα στρατιώτη είναι γαλλικός ή γερµανικός: οι παραδόσεις πυροµαχικών και ανταλλακτικών έχουν σταµατήσει, τα αποθέµατα εξαντλούνται. Αντιµέτωπος µε αυτή την δυσοίωνη κατάσταση ο Μεταξάς αποφασίζει να αποδεχθεί τη βρετανική βοήθεια: από τις πρώτες µέρες της ιταλικής επίθεσης Βρετανοί φτάνουν στην Κρήτη για να εξασφαλίσουν την άµυνα του νησιού που είναι στρατηγικό σηµείο για την ασφάλεια της διώρυγας του Sουέζ και από το Νοέµβριο του 1940 µέχρι τον Ιανουάριο του 1941, πέντε µοίρες βοµβαρδιστικών και µαχητικών της RAF έρχονται στην Ελλάδα -παρά την αντίθεση του στρατηγού Wavell, στρατιωτικού διοικητή Μέσης Ανατολής, ο οποίος, αφού απώθησε τους Ιταλούς από την Αίγυπτο, εξαπολύει στη συνέχεια µια επίθεση στη Λιβύη (το Tοµπρούκ πέφτει στις 22 Ιανουαρίου, η Βεγγάζη στις 6 Φεβρουαρίου). 350.000 ζευγάρια κάλτσες, 180.000 µπότες, κουβέρτες και όπλα, λάφυρα από τους Ιταλούς στη Λιβύη, αποστέλλονται στην Ελλάδα.

Όµως, η επίσκεψη στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου του στρατηγού Wavell και του πτεράρχου Longmore, διοικητή των βρετανικών αεροπορικών δυνάµεων από το Άντεν ως τα Βαλκάνια, οδηγεί σε αδιέξοδο: Ο Μεταξάς και ο Παπάγος ζητούν εννέα µεραρχίες και µια αντίστοιχη αεροπορική δύναµη, απορρίπτοντας τις τρεις µεραρχίες, πυροβολικό, ελαφρά τεθωρακισµένα και κάποια αεροπλάνα που προτείνουν οι Αγγλοι, πιστεύοντας ότι αν αποδέχονταν θα «προκαλούσαν» τον Χίτλερ. Η προσφορά των Ελεύθερων Γάλλων αντιµετωπίζεται µε τον ίδιο τρόπο. Ακόµη και πριν από την ανακωχή, ο διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου, Οκτάβιος Μερλιέ, πήρε την πρωτοβουλία να στείλει ένα τηλεγράφηµα στον στρατάρχη Πεταίν, αναφερόµενο στους Αθηναίους που, το 480 π.Χ., επέλεξαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους και όχι να αποδεχθούν την υποταγή στους Πέρσες, πριν νικήσουν στη ναυµαχία της Σαλαµίνας. Στη συνέχεια, τηλεγράφησε την υποστήριξη του στο στρατηγό Ντε Γκωλ, έγινε εκπρόσωπος του στην Αθήνα, και συµµετείχε ενεργά στην ίδρυση της επιτροπής του Ελεύθερων Γάλλων στην Ελλάδα, που εκτιµάται ότι µπορούσε να υπολογίζει στη συµπάθεια περίπου του 20% των Γάλλων της Αθήνας και του Πειραιά, αλλά στην οποία το καθεστώς απαγορεύει την οποιαδήποτε δηµοσιότητα (έπλεξαν και αυτοί πολύ για τους στρατιώτες του µετώπου).

Στις 2 Νοεµβρίου 1940 ο Ντε Γκωλ στέλνει µήνυµα στον Μεταξά:
«Για µια ακόµη φορά, για να προστατεύσουν την ανεξαρτησία τους, οι Έλληνες δίνουν στον κόσµο ένα παράδειγµα αντάξιο των αρχαίων παραδόσεων τους. Μαζί µε τους συµµάχους µας, θα νικήσουµε τους κοινούς εχθρούς µας».

Και ο δικτάτορας του απαντά στις 4 Νοεµβρίου: «Όλη η Ελλάδα είναι πεπεισµένη ότι σε αυτές τις δύσκολες στιγµές της ιστορίας της, οι καρδιές όλων των Γάλλων, χωρίς εξαίρεση, χτυπούν υπέρ της επιτυχίας του δίκαιoυ αγώνα της. Το µεγάλο γαλλικό έθνος, το οποίο έχει τόσο συχνά ακολουθήσει το ευγενές παράδειγµα των προγόνων µας, και το οποίο µας υποστήριξε γενναία στους πολέµους µας για ανεξαρτησία δεν θα µπορούσε παρά να είναι για άλλη µια φορά στο πλευρό µας».

Όταν ο Ντε Ντε Γκωλ µιλά για τους συµµάχους και κοινούς εχθρούς -στον πληθυντικό, περιλαµβάνει δηλαδή και τη Γερµανία -ο Μεταξάς επικαλείται το δίκαιο αγώνα της Ελλάδας και «όλους τους Γάλλους χωρίς εξαίρεση», δηλαδή και εκείνους του Βισύ, οι εκπρόσωποι των οποίων είναι οι µόνοι διαπιστευµένοι στην κυβέρνηση του. Ο Ντε Γκωλ δεν αποθαρρύνεται. Θέλει να δει τους Ελεύθερους Γάλλους να αγωνίζονται σε όλα τα πεδία µάχης, και σχεδιάζει τη δηµιουργία µιας λεγεώνας εθελοντών στρατολογηµένων στις γαλλικές κοινότητες της Ελλάδας και των Βαλκανίων.

Στη συνέχεια και επειδή η λύση αυτή αποδεικνύεται µη ρεαλιστική, ζητά επανειληµµένα από τους Βρετανούς να στείλουν στην Ελλάδα ένα απόσπασµα από τα στρατεύµατα της Ελεύθερης Γαλλίας στη Μέση Ανατολή. Ο Wavell αρνείται· οι ίδιοι οι Βρετανοί δεν έχουν καµία µάχιµη µονάδα στην Ελλάδα και οι ελεύθεροι Γάλλοι αποτελούν µέρος της αµυντικής δύναµης των Συµµάχων στην Αίγυπτο. Στις 27 Νοεµβρίου ο Ντε Γκωλ ξαναθέτει το θέµα, αυτή τη φορά στον επικεφαλής του γενικού επιτελείου του αυτοκρατορικού στρατού Sir John Dill: «Όποια και αν είναι η σηµασία των καθαρά στρατιωτικών λόγων που επικαλείστε, αντιτιθέµενος στην αποστολή αυτού της αποσπάσµατος, δεν έχουν, κατά τη γνώµη µου, µεγαλύτερη αξία, από πολιτική και ηθική άποψη για τη Γαλλία, από την παρουσία γαλλικού στρατού που µάχεται στην Ελλάδα."

Οι Άγγλοι δεν θα πεισθούν. Όμως, έτσι και αλλιώς, οι πρεσβευτές του Μεταξά στο Λονδίνο και το Κάιρο συµπεριφέρονται µε τρόπο τέτοιο που καθιστά φανερό ότι η Αθήνα διατηρεί καλές σχέσεις µε το Βισύ και ότι η Ελλάδα δεν είναι σε πόλεµο εναντίον της Γερµανίας, και κατά συνέπεια, η αποστολή των Ελευθέρων Γάλλων στο αλβανικό µέτωπο δεν είναι δυνατή. Έτσι µαταιώνεται και η άφιξη στην Αθήνα για συνοµιλίες µε το επιτελείο, του λοχαγού de Chevigné, ειδικού απεσταλµένου του στρατηγού Catroux.

Τελικά οι Έλληνες αξιωµατούχοι θέλουν πραγµατικά να κερδίσουν αυτόν τον πόλεµο;
Ορισµένοι αναλυτές, µετά το 1945, θα αµφισβητήσουν, σε κάθε περίπτωση τη στρατηγική που υιοθετήθηκε, ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις στα ανατολικά του µέτωπου, που δεν είχαν κανένα στρατηγικό σκοπό, την ίδια στιγµή που στα δυτικά η κατάληψη του στρατηγικού λιµανιού του Αυλώνα φαινόταν εφικτή στις αρχές του 1941, σαν αποτέλεσµα µιας µαζικής επίθεσης. Στην πραγµατικότητα, η αµφισηµία του καθεστώτος Μεταξά παραµένει: η Ελλάδα κάνει πόλεµο µε την Ιταλία ελπίζοντας σε µια λευκή ειρήνη µε διαιτητή το Χίτλερ και για να πετύχει αυτή τη διαµεσολάβηση ο πρεσβευτής της στο Βερολίνο υπόσχεται στους Ναζί ...ότι θα αντιταχθεί µε βία σε οποιαδήποτε βρετανική επιχείρηση στην Ελλάδα. Τραγικό λάθος µείζονος σηµασίας. Γιατί αν ο Χίτλερ είναι έξω φρενών εναντίον του Μουσολίνι που παραβίασε τις οδηγίες του, αν ο Τσιάνο εµφανίζεται ισχυρά επικριτικός στις 18 Νοεµβρίου στο Σάλτσµπουργκ, αν ο ίδιος ο Ντούτσε σκέφτεται να ζητήσει τη µεσολάβηση του Φύρερ, αυτός δεν µπορεί να ανεχτεί να δει το σύµµαχο του να ταπεινώνεται: Στις 13 του Δεκέµβρη 1940, υπογράφει το γερµανικό σχέδιο επέµβασης στην Ελλάδα και στις 20 Ιανουαρίου 1941, αποφασίζει να στείλει το Afrika Korps στη Λιβύη (ο Ρόµελ έφτασε στην Τρίπολη στις 12 Φεβρουαρίου).

Όπως η ιταλική επίθεση, έτσι και ο θάνατος του Μεταξά (29 Ιανουαρίου 1941) δεν οδηγεί το βασιλιά σε ρήξη µε το καθεστώς του: διορίζει ως πρωθυπουργό τον καθόλου χαρισµατικό Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Αλέξανδρο Κορυζή και ανανεώνει την θητεία των περισσότερων υπουργών, συµπεριλαµβανοµένου του Μανιαδάκη, σύµβολου καταστολής. Στη συνέχεια ο Γεώργιος Β', ο οποίος ήταν πάντα πιο κοντά στο Λονδίνο από ότι ο Μεταξάς, αποφασίζει να δεχτεί την αγγλική βοήθεια: Στις 22 Φεβρουαρίου του 1941, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden (Αντονυ Ηντεν) όπως και οι στρατηγοί Dill, Longmore και Wavell φτάνουν στην Αθήνα. Αλλά είναι ήδη πολύ αργά!

Για εβδοµάδες οι Βρετανοί προειδοποιούν τους Έλληνες για την άφιξη πολυάριθµων Γερµανών «πολιτών» στη Βουλγαρία και στις 9 Φεβρουαρίου, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ κάνει τις παρακάτω δηµόσιες προειδοποιήσεις από το ραδιόφωνο: « Γερµανικά στρατεύµατα και µονάδες της αεροπορίας σηµαντικού µεγέθους συγκεντρώνονται στη Ρουµανία, ενώ πλοκάµια τους έχουν ήδη απλωθεί στη Βουλγαρία- θα πρέπει να υποθέσουµε µε τη συγκατάθεση της βουλγαρικής κυβέρνησης. Τα αεροδρόµια καταλαµβάνονται από γερµανικό προσωπικό εδάφους πολλών χιλιάδων ανθρώπων, για να προετοιµάσουν την άφιξη γερµανικής αεροπορικής δύναµης, που θα αναλάβει δράση από τη Βουλγαρία. Έχουν γίνει πολλές προπαρασκευαστικές ενέργειες για την κίνηση γερµανικών στρατευµάτων στη Βουλγαρία ή µέσω αυτής. Και ίσως η κίνηση προς το νότο έχει ήδη αρχίσει.»

Ο Μεταξάς και ο βασιλιάς µοιράζονται µεγάλες ευθύνες γιατί καθυστέρησαν για τόσο καιρό την άφιξη των βρετανικών στρατευµάτων στο ελληνικό έδαφος, ώστε να αντιµετωπιστεί µια γερµανική επίθεση από τη Βουλγαρία. Και όµως, όταν την 1η Μαρτίου η Βουλγαρία υπογράφει το Τριµερές Σύµφωνο, επιτρέποντας επίσηµη εγκατάσταση του γερµανικού στρατού στο έδαφος της, οι οδηγίες που λαµβάνει ο Σεφέρης από τον υπουργό του είναι να καθυστερήσουν τη διασπορά της είδησης στον Τύπο και να αποφύγουν να τη σχολιάσουν αφού οι γερµανικές διαβεβαιώσεις δεν είχαν διαφοροποιηθεί: «Όχι, για όνοµα του Θεού είναι δυνατό ακόµα και σήµερα µετά από όλα αυτά που έχουµε υποστεί, τόσες καταστροφές, τόσο πολύ αίµα χυµένο στο µέτωπο, µετά το θαύµα που αποκάλυψε τη συλλογική ψυχή του στρατού µας, ναι, είναι δυνατό να υπάρχουν άτοµα που να λένε ότι πιστεύουν στις "διαβεβαιώσεις" των Γερµανών (...); Παρέα ευνούχων και δεν υπερβάλω! »

Στις 9 Μαρτίου, η Ιταλία ξεκινά την ανοιξιάτικη επίθεση, η οποία οδηγεί γρήγορα σε µια νέα και πικρή αποτυχία. Οι Έλληνες το εκµεταλλεύονται για να προχωρήσουν προς τον Αυλώνα, ενώ ο φασιστικός στόλος κατατροπώνεται από τους Βρετανούς, στις 18 Μαρτίου, ανοιχτά του κάβο- Ματαπά (Μάνη). Αλλά οι Νεοζηλανδοί, οι Αυστραλοί, οι Πολωνοί και οι Άγγλοι του εκστρατευτικού σώµατος (Ο Ντε Γκωλ δεν πέτυχε την αποστολή Γάλλων. Οι Αγγλοι δηλώνουν έτσι, ότι θεωρούν την Ελλάδα επικράτεια τους) θα αρχίσουν να αποβιβάζονται στις 7 Μαρτίου.

Επιπλέον, ο Ηντεν έχει υποσχεθεί περισσότερα από ό, τι µπορεί να δώσει, σε µια επιχείρηση που επιβάλλεται στους στρατιωτικούς από τους πολιτικούς. Γιατί ο Wavell συµφωνεί µόνο για τη οχύρωση της Κρήτης για την κάλυψη της διώρυγας του Σουέζ, και έχει αντιταχθεί σθεναρά στην εξασθένιση του µέτωπου της Κυρηναϊκής µε τη δέσµευση στρατευµάτων σε µια µάχη στην Ελλάδα που θεωρεί χαµένη εκ των προτέρων. Η επίθεση του Ρόµελ στην Κυρηναϊκή, στις 24 Μαρτίου, θα ενισχύσει τις απόψεις του. Από τους 100 000 άνδρες που ο Ηντεν είχε υποσχεθεί στους Έλληνες, φτάνουν µόνο 62000 - και µάλιστα ανεπαρκώς εξοπλισµένοι σε βαρέα όπλα. Βέβαια η Ελλάδα θα είναι, µαζί µε την Αγγλία, οι πρώτοι παραλήπτες του νόµου "µίσθωσης και δανεισµού" (11 Μαρτίου) που δίνει το δικαίωµα στον πρόεδρο Ρούζβελτ να «δανείζει» εξοπλισµό, όπλα και πυροµαχικά (που θα πρέπει κανονικά να επιστραφούν ή να πληρωθούν µετά τον πόλεµο) σε χώρες των οποίων η άµυνα είναι απαραίτητη για την ασφάλεια των Ηνωµένων Πολιτειών, αλλά είναι πολύ αργά για να αλλάξει η ισορροπία δυνάµεων.

Ο Τσόρτσιλ δεν έχει ψευδαισθήσεις για τις πιθανότητες µιας νίκης, αλλά η επέµβαση του φαίνεται απαραίτητη για δύο λόγους. Αρχικά γιατί η αµερικανική κοινή γνώµη δεν θα καταλάβαινε πως η Αγγλία άφησε µια µικρή χώρα, στην οποία είχε παράσχει εγγυήσεις, µόνη µπροστά στον επιτιθέµενο. Όμως πάνω απ’ όλα, ο Τσόρτσιλ πιστεύει ότι η αποτυχία να βοηθήσει την Ελλάδα θα µπορούσε να ενισχύσει αυτό που το Λονδίνο βλέπει τώρα ως «διφορούµενη στάση» της Άγκυρας. Πράγµατι, ο διορισµένος από τον Χίτλερ το 1939, πρεσβευτής και πρώην καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν (1879-1969), αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα στην Τουρκία, όπου η γαλλική ήττα, όπως και αλλού, έχει διαταράξει τις πεποιθήσεις και όπου το Ράιχ συνεχίζει να ενισχύσει την οικονοµική του θέση: το 1939, το 52,37% των εισαγωγών και το 42,05% των τουρκικών εξαγωγών έχουν την Γερµανία σαν αφετηρία και προορισµό αντίστοιχα, ενώ η Krupp από το 1937, έχει ξαναπάρει τη θέση του κύριου προµηθευτή του τουρκικού στρατού.

Όμως, η Τουρκία έχει υπογράψει το Βαλκανικό Σύµφωνο του 1934, του οποίου το προσαρτηµένο πρωτόκολλο προβλέπει ότι: «2 -(...) Σκοπός του είναι να εγγυηθεί την ασφάλεια των Βαλκανικών συνόρων από οποιαδήποτε επιθετικότητα εκ µέρους Βαλκανικού Κράτους. 3-Ωστόσο, εάν ένα από τα Υψηλά Συµβαλλόµενα Μέρη πέσει θύµα επιθετικής ενέργειας εκ µέρους οποιασδήποτε άλλης µη-βαλκανικής δύναµης και αν ένα βαλκανικό κράτος- µέλος λάβει µέρος σε αυτήν την ενέργεια, είτε ταυτόχρονα, είτε µεταγενέστερα, το Σύµφωνο θα παράγει τα πλήρη αποτελέσµατά του σε σχέση µε αυτό το βαλκανικό κράτος.»

Αν και η Αλβανία ήταν βαλκανικό κράτος, τουλάχιστον καταρχήν διαφορετικό από την Ιταλία, η εγγύηση δεν ωφέλησε την Ελλάδα όταν δέχτηκε επίθεση από την επικράτειά της. Επιπλέον, το Άγγλο-Γάλλο-Τουρκικό τριµερές σύµφωνο του Οκτωβρίου 1939 ορίζει ότι: «2-1) Σε περίπτωση επιθετικής πράξης από ευρωπαϊκή δύναµη που οδηγεί σε έναν πόλεµο στη Μεσόγειο, στον οποίο συµµετέχουν η Γαλλία και το Ηνωµένο Βασίλειο, η Τουρκία θα συνεργαστεί αποτελεσµατικά µε τη Γαλλία και το Ηνωµένο Βασιλείου και θα τους παράσχει κάθε βοήθεια και υποστήριξη που µπορεί να παράσχει (...) 3-Όσο παραµένουν σε ισχύ οι εγγυήσεις που παρέχονται από τη Γαλλία και το Ηνωµένο Βασίλειο προς την Ελλάδα και τη Ρουµανία στις αντίστοιχες δηλώσεις τους της 13ης Απριλίου του 1939, η Τουρκία θα συνεργάζεται αποτελεσµατικά µε τη Γαλλία και το Ηνωµένο Βασίλειο και θα παράσχει όλη την βοήθεια και συνδροµή που µπορεί να διαθέσει, σε περίπτωση που η Γαλλία και το Ηνωµένο Βασίλειο προβούν σε εχθροπραξίες λόγω οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες εγγυήσεις.»

Ως εκ τούτου, η Τουρκία έπρεπε να επιδείξει αλληλεγγύη προς την Αγγλία και την Ελλάδα. Στην πραγµατικότητα, η ίδια επικαλείται την αδυναµία της σε στρατιωτικά µέσα σε συνδυασµό µε την έκφραση «όλη τη βοήθεια και όλη τη συνδροµή που µπορεί να διαθέσει» ώστε να τηρήσει µια στάση µη εµπλοκής, που οδηγεί τον Ινονού (πρωθυπουργός της Τουρκίας) να αρνηθεί, τον Ιανουάριο του 1941, την ανάπτυξη επί του τουρκικού εδάφους µονάδων της DCA (Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας) και δέκα έως δεκαπέντε µοιρών της RAF όπως πρότεινε ο Τσόρτσιλ. Αλλά αυτή η ουδετερότητα έγινε ξεκάθαρα αµφίσηµη µε τη σύναψη την 17ης Φεβρουαρίου, υπό την αιγίδα των Ναζί, µια βουλγαρο-τουρκικής συνθήκης, η οποία διευκρινίζει ότι η µετάβαση του γερµανικού στρατού στη Βουλγαρία δεν θα θεωρηθεί από την Τουρκία ως casus belli, και επιτρέπει έτσι στη Βέρµαχτ να προετοιµαστεί ανεµπόδιστα για την εισβολή στην Ελλάδα.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κρατούµενος από τους Γερµανούς κατά τη διάρκεια της κατοχής, ο Παπάγος έγινε στη συνέχεια, άνθρωπος των Αµερικανών, νικητής του εµφυλίου πολέµου και πρωθυπουργός ενός µοναρχικού καθεστώτος µε δηµοκρατικό µανδύα - στην πραγµατικότητα αυταρχικού- που διατηρήθηκε µετά το θάνατο του, µέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και επεκτάθηκε, από το 1967 έως το 1974, µε τη δικτατορία των συνταγµαταρχών.


Σηµ. µτφ.

1. Η Βεσσαραβία (το µεγαλύτερο µέρος της σήµερα ανήκει στη Μολδαβία) και η Βόρεια Μπουκοβίνα (σήµερα µοιρασµένη σε Ουκρανία και Ρουµανία) ήταν αµφισβητούµενες περιοχές που ανήκαν πριν τον πόλεµο στο Βασίλειο της Ρουµανίας.
2. H φράση αυτή αρχικά αποδόθηκε στον Τσώρτσιλ, κάτι που νεώτεροι ιστορικοί το αµφισβήτησαν. O Jean Marin ήταν γάλλος δηµοσιογράφος και εκφωνητής του BBC.



Ο Olivier Delorme είναι ιστορικός και συγγραφέας. Σπούδασε αρχαιολογία, δίδαξε ιστορία στην Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστηµών στο Παρίσι, για να ασχοληθεί τελικά αποκλειστικά µε τη συγγραφή. Γνωστότερο έργο του είναι η τρίτοµη “Ιστορία της Ελλάδας και των Βαλκανίων από τον 5ο αιώνα µέχρι σήµερα”. Ζει στο Παρίσι και στη Νίσυρο και θεωρείται στην πατρίδα του γνώστης των ελληνικών ζητηµάτων. Στην ιστοσελίδα µας έχουν δηµοσιευθεί δυο κείµενα του για την σηµερινή κατάσταση στην Ελλάδα, (“Το Γεωπολιτικό Αδιέξοδο” και “Το Πολιτικό Αδιέξοδο”) καθώς επίσης και το “Σεισµοί και επιστροφή στη Μακρονία”. Αναζητείστε τα στη στήλη "άρθρα" της ιστοσελίδας µας.

Πηγή:
http://www.olivier-delorme.com/odblog/index.php?2017/10/28/863-deux-ecritures-d-un- meme-evenement


readers  307


Σχόλια (0)


Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
Γ. Σεφέρης
«Τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;... Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.»


Τα σχόλια σας...
"Το μετέωρο βήμα του Αριστερού", ένα "δικό μας" βιβλίο!8/12/2017 Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος
Το βήμα του αριστερού μετέωρο συνήθως είναι και έτσι το πιάνει ο φακός του φωτογράφου. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς του! Από καιρού εις καιρό το πατά αλλά το αμάρτημα είναι στιγμιαίο και πάλι μετέωρο γίνεται, γιατί έτσι και ξεχαστεί παύει αυτόματα και σε αριστερό να ανήκει...Το τελευταίο βιβλίο του φίλου Γιάννη Τσίχλα βρίσκει τη θέση του στη μικρή μου πια βιβλιοθήκη (ότι απέμεινε), δίπλα στις "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΫΝΕΡ" (η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής) του Μπέρτολτ Μπρεχτ).


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Κάθε Τρίτη, από τις 20:30 μέχρι τις 22:00 το στέκι της Δράσης είναι ανοιχτό, ενώ παράλληλα, λειτουργεί και η δανειστική βιβλιοθήκη της "Δράσης"




   
© 2006 - 2017 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου