Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
27/5/2019

Το «αλλότριο» της αλλοτρίωσής μας

του Λάμπη Λαζάνη

Η κακοδαιμονία του ελληνικού κράτους είναι –ισχυρίζονται– η σύγχρονη ελληνικότητά του, η αλλοπρόσαλλη παρουσία σε αυτό του «νεοέλληνα». Κι όμως ακριβώς το αντίστροφο ισχύει, όλη η κακοδαιμονία των νεοελλήνων αρχίζει και εξαντλείται στο γεγονός ότι άπασα η ελληνικότητά μας διοχετεύθηκε και χωνεύτηκε τελικά στις παραμορφωτικές γι’ αυτήν δομές ενός Κράτους που δεν είχε τίποτα το ελληνικό (ή το ρωμαίικο αν προτιμάτε) ή μη μόνο το όνομα και μια επικράτεια όπου ζούσαν κυρίως Έλληνες (ή Ρωμιοί). Δεν ήταν βέβαια λίγα όσα καλά και μεγάλα είχε μέσα της η επικράτεια εκείνη, σίγουρα όμως σε αυτά δεν περιλαμβανόταν το Κράτος που ακόμη κι όταν είχε κάτι καλό (ή και κακό) παραπάνω (στο καλό ή στο κακό) αυτό το είχε σαν ελληνικό (ή ρωμαίικο) κι όχι σαν σκέτο (αδιαφοροποίητα) Κράτος για τον απλό λόγο ότι το Κράτος αυτό στήθηκε πάνω στο πρότυπο του Δυτικού Κράτους του 19ου αιώνα το οποίο όμως δεν είχε τίποτα το ελληνικό (ή ρωμαίικο).

Το μόνο «ελληνικό» (όχι ρωμαίικο) στοιχείο, πέρα από τα διάσπαρτα παντού στη χώρα μας αρχαιοελληνικά ερείπια [όπως ο άψογα διατηρημένος Παρθενώνας με πλήρη την κεραμοσκεπή και όλα τα γλυπτά του μετά 1000 χρόνια Βυζαντινής «μεσαιωνικής χριστιανορθόδοξης βαρβαρότητας» και μέχρι τον 17ο αιώνα οπότε σακατεύτηκε κατά τη επίθεση της «Γαληνοτάτης» (Βενετιάς) στους ταμπουρωμένους πάνω του Τούρκους] ήταν ο εισαγόμενος δυτικοευρωπαϊκός νεοκλασικισμός του 1ου μισού του 19ου αιώνα που εξέφραζε την εποχή του ενταγμένος στο πνευματικό κλίμα του Διαφωτισμού, του ορθολογισμού, αλλά και της πρωτόγνωρης βιομηχανικής επανάστασης που, μη έχοντας ακόμη βρει τη δική της αισθητική έκφραση και μη μπορώντας να περιμένει, τη δανείστηκε από το παρελθόν προσαρμοζόμενη στο πιο συγγενές σε αυτή προηγούμενο, εκείνο της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας.

Η προσωρινότητα αυτού του δανείου φάνηκε στο 2ο μισό του 19ου αιώνα όταν κυριότατα έργα μηχανικών παρά αρχιτεκτόνων ήταν τα πιο συμβολικά του νέου περιβάλλοντος ως την εμφάνιση του μοντέρνου κινήματος στο 1ο μισό του 20ου αιώνα που εξέφρασε όλα τα βιομηχανικά Δυτικά Κράτη από όπου προήλθε με μικρές παραλλαγές ή παρενθέσεις όπως ο ναζιστικός κλασικισμός, για να φθάσει και σε εμάς. Ξένοι ή ξενοσπουδασμένοι στην Εσπερία ήταν και οι αρχιτέκτονες, μηχανικοί και πολεοδόμοι της Πρωτεύουσας του Κράτους κι αν κάπου το εισαγόμενο ελληνικό «στιλ» αφομοιώθηκε αυτό δεν έγινε στα επιβλητικά δημόσια κτίρια παρά στα ταπεινά στις γειτονιές της Αθήνας και αλλού (Σύμη) γιατί ήταν από μαστόρους Έλληνες (ή ρωμιούς) που πέρα από το ήθος είχαν μπροστά στα μάτια τους ζωντανά ακόμη τα πρωτότυπα αρχαιοελληνικά. Αλλά αυτή ήταν η ντόπια, η γνήσια ελληνικότητα (ή Ρωμιοσύνη) κι ούτε εισαγόμενη, ούτε εμπνευσμένη από το Κράτος, ούτε αντιπροσωπευτική του Κράτους ήταν.

Βέβαια η έννοια ή η ύπαρξη του Κράτους είναι αρχαία, κάθε πολιτισμός προσέδινε δικό του περιεχόμενο σε αυτό, όπως και στη βία που εκ γενετής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συστεγαζόταν μαζί του. Το ίδιο συνέβη και με τα δυτικά Κράτη, όπως αυτά προέκυψαν από τις πόλεις-κράτη του δυτικού μεσαίωνα και τις ευρωπαϊκές μοναρχίες μέσω πολέμων, αστικών επαναστάσεων και φαινομένων όπως η αποικιακή επέκταση και η βιομηχανική επανάσταση, για να γίνουν τελικά οι συνταγματικές βασιλείες ή αστικές δημοκρατίες των εθνικών Κρατών του 19ου αιώνα, τα συντάγματα και τις δομές των οποίων προσέλαβε και το νεοελληνικό Κράτος.

Όμως το νεωτερικό Δυτικό Κράτος είναι ιδιαίτερη περίπτωση κρατικής μορφής που παρά το γεγονός ότι έχει σαν πρότυπο το ρωμαϊκό προηγούμενό του η σύνδεσή του με κείνο είναι προϊόν επιλογής αρχαιολογικού τύπου που η κλασσικές σπουδές της εποχής κατέστησαν δυνατή. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι είναι ένα προβεβλημένο Κράτος, ριγμένο από τα πίσω μπροστά στον χρόνο προκαταλαμβάνοντας το παρόν. Το τέλος του (ολοκλήρωση, προορισμός) μπορεί να παρασταθεί προ-εγκατεστημένο στο σημείο φυγής μιας Αναγεννησιακού τύπου προοπτικής με θέμα την Ιστορία. Αυτή η καταστατικά ηθελημένη και δυναμική παρουσία του Κράτους στην Ιστορία, η «σύλληψη» της Ιστορίας και του ανθρώπινου προορισμού από αυτό, απαιτούσε την προοδευτική μεταφορά κι εγκατάσταση του Κράτους στο παρόν των κοινωνιών και των εδαφών τους. Για τον θεατή αυτού του πίνακα η Ιστορία είναι μια συνεχώς ανανεούμενη ερμηνεία και ανακατασκευή στη βάση ενός ερχόμενου από το μέλλον παρόντος στο οποίο καθένας καλείται να αποδεχθεί, λιγότερο ή περισσότερο οικειοθελώς, τη θέση του. Εκτελεστής του έργου γίνεται ο ίδιος ο Ιστορικός σε ρόλο «λοχαγού στον πόλεμο του χρόνου», ενώ ο φιλόσοφος (Χέγκελ, Μαρξ, κτλ.) είναι ο Στρατηγός που επιθεωρεί και με μια ματιά συλλαμβάνει τη συνέχεια της κίνησης πάνω στην προδιαγεγραμμένη πορεία με την οποία όλα τα επί μέρους γεγονότα συγκεφαλαιώνονται και νοηματοδοτούνται.

Τούτο το τεράστιο έργο συμμόρφωσης κοινωνιών και εδαφών πάνω στις αυθαίρετες συντεταγμένες του κρατικού αλλού απαιτούσε για να υλοποιηθεί μια Βιομηχανική επανάσταση και τις συνοδευτικές της επαναστάσεις, στις μεταφορές κι επικοινωνίες, στις επιστήμες και την τεχνική, στον πόλεμο και στα διάφορα κρατικά όργανα. Απαιτούσε στελέχωση των νέων λειτουργιών από μια τεχνοκρατία του πολέμου ή της ειρήνης την ανατρεπτικότητα και ριζοσπαστικότητα της οποίας παρεξηγήσαμε σαν φαινόμενα κοινωνικοπολιτικών επαναστάσεων ή εθνο-απελευθερωτικών αγώνων συγχέοντας την πρόοδο των Κρατικών δομών με την κοινωνική πρόοδο ή οποιαδήποτε «εθνική ολοκλήρωση». Σε τούτη την παρεξήγηση θεμελιώθηκε το «ελληνικό» εθνικό-Κράτος, και σε αυτή βρισκόμαστε ακόμη εγκλωβισμένοι ενώ το Δυτικό πρωτότυπο ωθούμενο από τον ανταγωνισμό ισχυρών εθνικών Κρατών ή συνασπισμών βαίνει για την πλανητική του ολοκλήρωση.

Σήμερα, σε μια συντονισμένη κίνηση, το «ελληνικό» Κράτος, αν και χωρίς φόντα «μεγάλης δύναμης» δεν εμποδίζεται (μικρομέγαλο κι αυτό) να αμφισβητεί την ελληνικότητά του διαχέοντάς τη σε παγκόσμιες ροές ώστε «καθαρό» (δηλαδή πλήρως εκδυτικισμένο) να αφομοιωθεί και το ίδιο αρμονικότερα. Οι αναθεωρήσεις της Ιστορίας στα σχολικά βιβλία ή στην τηλεόραση, η μετονομασίες της εθνικής Άμυνας σε Άμυνα σκέτη, οι νέες ερμηνείες του εορτολογίου, κτλ., για τούτη τη διάχυση μας προετοιμάζουν. Το ίδιο γίνεται με τη νομοθεσία, το Σύνταγμα, τη Διοίκηση, τους φορείς της οικονομίας. Ανάλογα με την αμυντική (επιβραδυντική) ή την επιθετική (επιταχυντική) στάση απέναντι στη διάχυση του εθνικού στο υπερεθνικό διχάζεται εσωτερικά όλο το ιδεολογικοπολιτικό φάσμα από αριστερά και από δεξιά: Αριστερός «διεθνισμός» ή «εθνομηδενισμός» προς τα έξω ή «αντιεθνικισμός» προς τα μέσα, αλλά και φιλειρηνικός «υγιής πατριωτισμός» σε συνεργασία με τους ισχυρούς παγκοσμιοποιητικούς θεσμούς και διαχείριση των επιπτώσεών τους με ισοπέδωση, ομογενοποίηση, κατακερματισμό και εξουδετέρωση των κοινωνικών σωμάτων, υπό το σύνθημα της ισότητας, της αμεροληψίας, της σωφροσύνης. Από την άλλη, δεξιός νεοφιλελευθερισμός στην πιο πρόστυχη εκδοχή διείσδυσης του «αόρατου χεριού» της αγοράς με κοινωνική αναλγησία για τους απροσάρμοστους σε αυτό, ξένους ή ντόπιους, αλλά και «ευκαιρίες» επενδυτικές για το εγχώριο νέο επιχειρηματικό και εργατικό δυναμικό· και συγχρόνως με διακριτικό άνοιγμα σε όλα τα αγοραφοβικά σύνδρομα (από νεοναζιστικής έως νεοταξικής έμπνευσης) για ένα κυρίαρχο «ελληνικό»(χαμηλόφωνα) Κράτος. Από αυτά τα τελείως ακατάλληλα κομματικά, διοικητικά και οικονομικά μορφώματα έχει στηθεί κι εξαρτηθεί, εξειδικεύεται και ελέγχεται ο αυτοδιοικητικός θεσμός. Συνεπώς ένα αυτοδιοικητικό κίνημα όχι μόνο δεν μπορεί να βασιστεί στα μορφώματα αυτά, αλλά χρειάζεται να αναδείξει τις αντιφάσεις και την υποτέλειά τους, όπως αυτές αναδύονται μέσα από την καθημερινότητα των κατοίκων στους Δήμους, ώστε μέσα σε κλίμα ουσιαστικής αναζήτησης να αναδειχθούν προτάσεις και πρακτικές σε πραγματικά βιώσιμη προοπτική.

Ένα πάντως κραυγαλέας καταστροφικότητας σημείο της παγκοσμιοποίησης είναι η αμφίδρομη φορά της, δηλαδή το γεγονός ότι προωθείται από πάνω προς τα κάτω και από τα κάτω προς τα πάνω συγχρόνως. Αυτή η ταυτόχρονα αμφίδρομη προώθηση έχει χαρακτηρισθεί (επιεικώς) σαν πράξη ανευθυνότητας. Το γεγονός δηλαδή ότι ενώ ο Ο.Η.Ε., το Συμβούλιο Ασφαλείας του και υπόλοιποι θεσμοί της παγκοσμιοποίησης είναι ασταθείς, αναξιόπιστοι, αντιδημοκρατικοί και προϊόντα συμβιβασμών των ισχυρών στη βάση των ιδιοτελών συμφερόντων τους κατά τον μεταξύ τους λυσσαλέο ανταγωνισμό σε βάρος όλων των υπόλοιπων ασθενέστερων χωρών, την ίδια στιγμή, οι ίδιες ασθενέστερες χώρες ωθούνται μέσω εκβιαστικών πολιτικών να προσαρμόσουν τις εσωτερικές τους πραγματικότητες (νομοθεσία, διοικητική-γεωγραφική διαίρεση, οικονομία, εμπόριο, κτλ.) ανοίγοντας τα σύνορά τους στο άνωθεν εγκατεστημένο στα μέτρα των ισχυρών παικτών διεθνές μπάχαλο, εκθέτοντας έτσι τους πληθυσμούς τους και τις εύθραυστες παραδοσιακές ισορροπίες μέσω των οποίων αναπαράγεται η καθημερινότητά τους στην σαρωτική επίδραση των φορέων των παγκοσμιοποιημένων ροών. Ένα μεγάλο μέρος του μεταναστευτικού οφείλεται και σε αυτή την καταστροφική επίδραση, τη βλέπουμε και στον εντεινόμενο μαρασμό της «εκσυγχρονισμένης» Ελλάδας με τους νέους της να φεύγουν κατά τη Δύση ενώ πολλαπλάσιοι μετανάστες έρχονται από την Ανατολή... Αλλά και εδώ, δηλαδή μπροστά στο, εγκληματικού μεγέθους, παρατεταμένο διεθνές μπάχαλο, και η κυβερνητική αριστερά και η νεοφιλελεύθερη δεξιά σιωπούν διακριτικά όχι μόνο στα διεθνή «φόρα» τηρώντας και οι δύο στάση «κατανόησης» στην αυθαιρεσία των ισχυρών, αλλά και στον αναγκαίο διάλογο στο εσωτερικό της χώρας μας εντείνοντας με τη στάση τους την παραπληροφόρηση, τη συνομωσιολογία, τις πολιτιστικές και πολιτικές υποκουλτούρες.


Το κρατικό αλλού της αλλοτρίωσης
όμηροι μιας κρατικά εγγυημένης Ομόνοιας που έγινε Διχόνοια


Παλιοί πολεοδομικοί χάρτες και κτηματογραφικά «αποσπάσματα» το θυμίζουν ανά πάσα στιγμή. Θέλετε εκατό-πενήντα χρόνια πίσω θέλετε σήμερα, ανελλιπώς με τον σχεδιασμό και τη νομοθεσία της η πόλη τείνει να μας κατακερματίζει, να μας τεμαχίζει και τετραγωνίζει, να μας διασκορπίζει σε νησίδες οριοθετημένων από το Κράτος αλλού. Και πράγματι, το ίδιο ακριβώς φανερώνει η απλή αντιπαραβολή σχεδίων αποτύπωσης παραδοσιακών οικισμών με τα σχέδια των άλλων νεότερων μη-παραδοσιακών τμημάτων πόλεων και οικισμών της χώρας μας· η σύγκριση είναι αποκαλυπτική του κατακερματισμού, της συρρίκνωσης και της απλούστευσης των σχέσεων κοινωνίας υπέρ της επέκτασης, της πύκνωσης και της συνέχειας (συνοχής) των κρατικών δομών.

Αφετηριακά, τόπος του Κρατικού αλλού γίνεται η κοινωνικότητά μας, η κανονιστική εμπλοκή του στον κόρφο της, σαν μετατόπιση του κέντρου της, της αναφορικότητάς της. Στη συνέχεια ο τόπος αυτός αναγνωρίζεται εγγεγραμμένος στο έδαφος· ο προνομιακός τόπος τούτης της κανονιστικής παρουσίας κείτεται στο οδόστρωμα και –με τη χωροταξία, τη ρυμοτομία και τα «μεγάλα έργα»– στο οδικό δίκτυο. Σήμερα, φτασμένοι πια στην εποχή του διαδικτύου, σχεδόν 2 αιώνες μετά την ίδρυση του νεοελληνικού Κράτους, αυτή η συνδυασμένη εισβολή του Κρατικού αλλού μέσα στο υποκείμενο όσο και στον περίγυρό του είναι σχεδόν ολοκληρωτική, το αποξενωμένο υποκείμενο έχει τόσο πολύ ταυτισθεί με τον απόκοσμο περίγυρό του, που έχει σχεδόν εκλείψει η ικανότητα το αρχικού υποκειμένου να διακρίνει: τα πάντα έχουν αναχθεί, είτε από πλευράς κυβερνώντων είτε από πλευράς απλών πολιτών, σε «εσωτερικά θέματα» αυτοαναφορικότητας του Κράτους.

Αναδρομή μέσα από μια πιο καθαρή ματιά

Για συνέχεια προτείνω μια αναδρομή 59 χρόνων, σαν κινηματογραφικό «φλας-μπακ», πείτε το και προσχέδιο «αρχαιολογίας του πρόσφατου» σε έναν μικρό τόπο του μητροπολιτικού συμπλέγματος της Αθήνας, αποσκοπώντας στη γεφύρωση του χάσματος που άφησε η παραπάνω ολοκλήρωση στις συνειδήσεις, κι αυτό πάνω την κρίσιμη χρονική στιγμή που το παλιό έδινε τη θέση του στο καινούργιο ενώ η πλάστιγγα φανερά άρχιζε να γέρνει προς το νέο. Είναι μια μαρτυρία του μεγάλου μας κριτικού του γραπτού λόγου και ποιητή Ζήσιμου Λορενζτάτου. Βρισκόταν με τον Σεφέρη, Οχτώβρη του 1960, στον παλιό Άη Γιώργη στο ρέμα του Κοκκιναρά, στη νότια άκρη της σημερινής Πολιτείας του Δήμου Κηφισιάς. Γράφει, αναφερόμενος στο παρόν του τόπου όπου βρισκόταν:
(από το Χαμένο κέντρο, 1961)

«...με το άνοιγμα των καινούργιων δρόμων η ρεματιά είχε σε ένα σημείο στομώσει. Τα δέντρα χωρούσανε δύσκολα. Και η πίεση μεγάλωνε από παντού. Μια μεγαλεπήβολη μικρή πολιτεία –τα Βουλευτικά– είχε οργανωθεί κατά το βοριά, και οι δρόμοι της τρέχαν, από δεξιά ή αριστερά, να ενωθούνε με τους άλλους δρόμους και οι άλλοι με τους άλλους ως την άκρη του ορίζοντα, και από τα σύνορά μας ως την καμπυλότητα ολόκληρου του πλανήτη, σε ένα μεταδοτικό και αδυσώπητο σφιχταγκάλιασμα που ολοένα συμπληρώνεται τώρα με τη γρηγοράδα της πανδημίας ή όπως οι φωτιές στα μεγάλα δάση.»

Και για την άκαμπτη ομοιομορφία που πλήττει τους τόπους με την εξάπλωση τούτης της πανδημίας:

«Ο Θεός έταξε να έχει «κάθε τόπος και ζακόνι», καθώς λένε...» αλλά: «Η μικρή πολιτεία γνώριζε ένα ζακόνι για όλους τους τόπους. Τσιμέντο και άσφαλτος είχανε δώσει τα χέρια και καταργούσανε τα διάχωρα, ξαπλώνοντας οριζόντια ή σκαρφαλώνοντας κατακόρυφα, επί παν το πρόσωπον της γης.»

και παρακάτω:

«Τη φορά ετούτη μόνο παρατηρούμε κάποια παράξενη μονομέρεια σε ολόκληρο το πεδίο γενικά, και στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος ζει (και ζένεται), μια μονομέρεια, ας το πούμε έτσι, στη μέσα σύλληψη του έξω σχεδίου –αν υπάρχει– της ζωής, που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσομε αντικανονική ή επίφοβη.»

Η ιστορία γράφεται μπροστά στα μάτια μας, αλλά αδυνατούμε να τη δούμε· το «έξω σχέδιο» με όλη τη μονομέρεια και την αντικανονικότητά του, κατασκευασμένες πλέον, έχει προ πολλού εσωτερικευθεί καταλαμβάνοντας την ψυχή και το πνεύμα μας που –κάποτε– μας βοηθούσαν να βλέπουμε.

Το «τζιβαïρικόν πολυτίμητον» του Μακρυγιάννη εκτοπίστηκε από τον δημόσιο χώρο ενώ με απανωτά κοινωνικά διαζύγια εκτοπίζεται και από τα πιο απόμακρα καταφύγιά του, τις οικογένειες, τις φιλίες, τις συνειδήσεις.

Σήμερα πια, τα προβλήματα ποιότητας ζωής των πολιτών ή μέριμνας για το περιβάλλον έχουν εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο κρατικισμού, μιας κρατικής μεσολάβησης πάντα παγιδευτικής και αλλοιωτικής κάθε πρωτοβουλίας. Αν πρόσθετα λάβουμε υπ’ όψη μας πως η προς τα έξω χρονίως χωλαίνουσα κυριαρχία του «ελληνικού κρατιδίου» (Χρ. Γιανναράς) σήμερα έχει μετατραπεί σε πλήρη εξάρτηση, αντιλαμβανόμαστε το άτοπο του όρου αυτοδιοίκηση σε τόπους από όπου έχει εκδημήσει, εξόριστη πέρα από το εθνικο-κρατικό της αλλού προς τις νέες δομές ενός αλλού παγκοσμιοποιημένης ατοπίας.

Συμπερασματικά και για την ώρα, όπως ο περίβολος του allou! fun park είναι ένας εγκεκριμένος από το Κράτος τόπος ψυχαγωγίας αλλά και συμμόρφωσης των παιδιών μας στους κανόνες του, έτσι και το κρατικό αλλού των ενηλίκων επενδύει σε μια γκραν-γκινιόλ καθημερινότητα την οποία στη συνέχεια όλοι, θεσμικοί κι εξωθεσμικοί, αγωνίζονται να εξωραΐσουν διαχειριζόμενοι με το αζημίωτο τους μικρούς και μεγάλους μας τρόμους.






ΛΑΜΠΗΣ ΛΑΖΑΝΗΣ


Φωτογραφία. Πηγή: «Έφυγε ο στοχαστής των ελληνικών γραμμάτων», Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 4 Φεβρουαρίου 2004. Ακριβοθώρητος ο Ζήσιμος Λορεντζάτος μας άφησε μόνον ελάχιστες - σπάνιες - φωτογραφίες από τα νεανικά του χρόνια. Μία απ' αυτές είχε δημοσιευθεί στο ημερολόγιο 2000 για τον Γιώργο Σεφέρη τον εκδόσεων «Διάμετρος». Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (αριστερά) μαζί με τη γυναίκα του, τον Γιώργο Σεφέρη και έναν δάσκαλο από χωριό του Πηλίου.


readers  214


Σχόλια (1)


Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος 9 Ιουν 2019, 20:14
Ο συγγραφέας του άρθρου τούτου μας μιλάει για το «αλλότριο», το ξένο, το απορριπτέο αν όχι το μισητό από εμάς υποτιθέμενο κράτος «μας», το από τους επάνω φυτεμένο κατά απομίμηση άλλων κρατών της Δύσης διαχρονικά επικυρίαρχων του τόπου μας από τον καιρό της παλιγγενεσίας και δώθε.
Οικολόγος και πρωτεργάτης της συνοικιακής κομποστοποίησης στην πόλη μας αλλά και αρχιτέκτονας ο ίδιος, μας φέρνει σαν παράδειγμα το οικιστικό και πολεοδομικό μπάχαλο που βλέπουμε, όσοι ακόμη μπορούμε ακόμη κάτι να βλέπουμε, από την μειωμένη από τον χρόνο όραση, γύρω μας.
Το κράτος αυτό αμάσητα αποδεκτό από τους ντόπιους στυλοβάτες και τα τσιράκια τους που κρατούν τα ηνία και προσπαθούν να μας το επιβάλλουν, έρχεται απ’ ευθείας σε συγκρουσιακή αντίθεση με μια γνήσια ελληνικότητα που μαρτυρούν τόσο τα διάσπαρτα μνημεία του τόπου μας αλλά και η ζωντανή μαστοροσύνη στην κληρονομημένη λαϊκή κατοικία, στους πλακόστρωτους δρόμους και σοκάκια, τις κοινές αυλές στις παλιές συνοικίες, στα παραδοσιακά χωριά και σε τμήματα των πόλεων όπου η αντιπαροχή και η αυθαίρετη δόμηση δεν επιτέλεσε ακόμη την εγκληματική της αποστολή! Μια δραστηριότητα της τελευταίας την οποία πληρώσαμε και εξακολουθούμε να πληρώνουμε με θύματα και μεγάλες υλικές καταστροφές. Παράλληλα αρχιτέκτονες ενδοτικοί σε γούστα μιας μπερδεμένης αισθητικής των πελατών τους, μηχανικοί πολλάκις οι ίδιοι αρχιτεκτονίζοντες και ενδοτικοί και αυτοί σε καρμιριές, τσιγκουνιές για εκμεταλλεύσιμο χώρο και εξοικονόμηση υλικών με σοβαρό έλλειμμα γνώσης στατικής, γίνονται συνένοχοι στο έγκλημα.
Κάπως σπάνιες οι εξαιρέσεις όπως π.χ. το λαμπρό παράδειγμα του αρχιτέκτονα Άρη Κωσταντινίδη που όχι μόνο ανέδειξε και ύμνησε την ελληνικότητα της από γενιά σε γενιά δουλεμένης λαϊκής κατοικίας αλλά και σε σοβαρά έργα που ανέλαβε –πολλά από τα ξενοδοχεία «Ξενία» που σήμερα αφέθηκαν να καταρρεύσουν ή αλλοιώθηκαν βάρβαρα- μπόλιασε στην ελληνικότητα τη γνώση που απόκτησε στα ξένα, για απλότητα και λειτουργικότητα πραγματικών φωλεών ανθρώπινης ζωής. Άνισος όμως ο αγώνας. Ο ίδιος αυτοκτόνησε!
Το αλλότριο κράτος με τους υπηρέτες του προσπαθεί να διεισδύσει παντού και να επιβάλλει τα «θέλει» του με τα όλα τα μέσα που διαθέτει και ελέγχει, διασπώντας και διαλύοντας τον οικιστικό και κοινωνικό ιστό σε κάθε πόλη, γειτονιά, χωριό με απομόνωση των κατοίκων και σπέρνοντας το ψέμα και τον διχασμό και στις ίδιες τις οικογένειες φυτεύοντες μύριες όσες αντιθέσεις ανάμεσά μας.
Άξια η κάθε αντίσταση σ’ αυτό με την όποια συμμετοχή μας στη λύση των πολλών προβλημάτων από τα πιο απλά μέχρι και τα σύνθετα, πάνω στα οποία καθημερινά σκοντάφτουμε.
Και όσο για την αλλοτρίωσή μας, αυτή είναι φυσική, αναπόφευκτη και αδιάλειπτη από γεννησιμιού μας μέχρι και την όση ζωή μας απομένει. Το πρόβλημα και όσο περνάει από το χέρι μας είναι να μπορούμε να επιλέγουμε τους αλλοτριωτές μας. Θυμάμαι τον στίχο αλλά όχι και τον ποιητή: “Τόσες χειραψίες τόσα πρόσωπα μέσα μου που πια δεν είμ’ εγώ»!
Θυμάμαι όμως και τον τίτλο ενός έργου που έπαιξε κάποτε ο Γιώργος Αρμένης στο θέατρό του: «Έχω έναν Αμερικάνο στο κεφάλι μου»! Και κάποια σχετική φράση που συνηθίζουν να λένε στο χωριό μου για κάποιον που έρχεται από τα ξένα εντυπωσιασμένος και επιχειρεί άκριτα, αμάσητα και αχώνευτα μια νεωτερικότητα: “Εκεί που πήγε του κάνανε ένεση»!
Τώρα όσον αφορά τα ξένα κράτη από τα οποία μας ήρθε και μας φόρεσαν ανερώτητα καπέλο το δικό μας, υπήρξαν και αυτά σχηματισμοί ανάγκης έκφρασης και επιβολής των διαδοχικών νέων και ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών αλλαγών του 19ου και του 1ου μισού του 20ού αιώνα που αναφέρει ο συγγραφέας και για το σχηματισμό τους δανείστηκαν στοιχεία και πρότυπα από την ελληνική, ελληνιστική και ελληνορωμαϊκή περίοδο όπως αυτά περιγράφονται στα βιβλία τέχνης, τα νομικά κ.ά. ενώ εδώ η σκυτάλη πέρασε φυσικά και αβίαστα στη λαϊκή βάση με το γούστο, το ήθος την οργάνωση και τους θεσμούς τους οποίους συστηματικά περιφρονούν και πολλαπλά καταπιέζουν…



Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2019 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Ακροβάτες στο χαρτί Ακροβάτες στο χαρτί
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Η πόλη παράγει σκουπίδια και θόρυβο μπολιάζοντας ανθρώπους.


Τα σχόλια σας...
Το «αλλότριο» της αλλοτρίωσής μας 9/6/2019 Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος
Ο συγγραφέας του άρθρου τούτου μας μιλάει για το «αλλότριο», το ξένο, το απορριπτέο αν όχι το μισητό από εμάς υποτιθέμενο κράτος «μας», το από τους επάνω φυτεμένο κατά απομίμηση άλλων κρατών της Δύσης διαχρονικά επικυρίαρχων του τόπου μας από τον καιρό της παλιγγενεσίας και δώθε. Οικολόγος και πρωτεργάτης της συνοικιακής κομποστοποίησης στην πόλη μας αλλά και αρχιτέκτονας ο ίδιος, μας φέρνει σαν παράδειγμα το οικιστικό και πολεοδομικό μπάχαλο που βλέπουμε, όσοι ακόμη μπορούμε ακόμη κάτι να βλέπουμε, από την μειωμένη από τον χρόνο όραση, γύρω μας. Το κράτος αυτό αμάσητα αποδεκτό από τους ντόπιους στυλοβάτες και τα τσιράκια τους που κρατούν τα ηνία και προσπαθούν να μας το επιβάλλουν, έρχεται απ’ ευθείας σε συγκρουσιακή αντίθεση με μια γνήσια ελληνικότητα που μαρτυρούν τόσο τα διάσπαρτα μνημεία του τόπου μας αλλά και η ζωντανή μαστοροσύνη στην κληρονομημένη λαϊκή κατοικία, στους πλακόστρωτους δρόμους και σοκάκια, τις κοινές αυλές στις παλιές συνοικίες, στα παραδοσιακά χωριά και σε τμήματα των πόλεων όπου η αντιπαροχή και η αυθαίρετη δόμηση δεν επιτέλεσε ακόμη την εγκληματική της αποστολή! Μια δραστηριότητα της τελευταίας την οποία πληρώσαμε και εξακολουθούμε να πληρώνουμε με θύματα και μεγάλες υλικές καταστροφές. Παράλληλα αρχιτέκτονες ενδοτικοί σε γούστα μιας μπερδεμένης αισθητικής των πελατών τους, μηχανικοί πολλάκις οι ίδιοι αρχιτεκτονίζοντες και ενδοτικοί και αυτοί σε καρμιριές, τσιγκουνιές για εκμεταλλεύσιμο χώρο και εξοικονόμηση υλικών με σοβαρό έλλειμμα γνώσης στατικής, γίνονται συνένοχοι στο έγκλημα. Κάπως σπάνιες οι εξαιρέσεις όπως π.χ. το λαμπρό παράδειγμα του αρχιτέκτονα Άρη Κωσταντινίδη που όχι μόνο ανέδειξε και ύμνησε την ελληνικότητα της από γενιά σε γενιά δουλεμένης λαϊκής κατοικίας αλλά και σε σοβαρά έργα που ανέλαβε –πολλά από τα ξενοδοχεία «Ξενία» που σήμερα αφέθηκαν να καταρρεύσουν ή αλλοιώθηκαν βάρβαρα- μπόλιασε στην ελληνικότητα τη γνώση που απόκτησε στα ξένα, για απλότητα και λειτουργικότητα πραγματικών φωλεών ανθρώπινης ζωής. Άνισος όμως ο αγώνας. Ο ίδιος αυτοκτόνησε! Το αλλότριο κράτος με τους υπηρέτες του προσπαθεί να διεισδύσει παντού και να επιβάλλει τα «θέλει» του με τα όλα τα μέσα που διαθέτει και ελέγχει, διασπώντας και διαλύοντας τον οικιστικό και κοινωνικό ιστό σε κάθε πόλη, γειτονιά, χωριό με απομόνωση των κατοίκων και σπέρνοντας το ψέμα και τον διχασμό και στις ίδιες τις οικογένειες φυτεύοντες μύριες όσες αντιθέσεις ανάμεσά μας. Άξια η κάθε αντίσταση σ’ αυτό με την όποια συμμετοχή μας στη λύση των πολλών προβλημάτων από τα πιο απλά μέχρι και τα σύνθετα, πάνω στα οποία καθημερινά σκοντάφτουμε. Και όσο για την αλλοτρίωσή μας, αυτή είναι φυσική, αναπόφευκτη και αδιάλειπτη από γεννησιμιού μας μέχρι και την όση ζωή μας απομένει. Το πρόβλημα και όσο περνάει από το χέρι μας είναι να μπορούμε να επιλέγουμε τους αλλοτριωτές μας. Θυμάμαι τον στίχο αλλά όχι και τον ποιητή: “Τόσες χειραψίες τόσα πρόσωπα μέσα μου που πια δεν είμ’ εγώ»! Θυμάμαι όμως και τον τίτλο ενός έργου που έπαιξε κάποτε ο Γιώργος Αρμένης στο θέατρό του: «Έχω έναν Αμερικάνο στο κεφάλι μου»! Και κάποια σχετική φράση που συνηθίζουν να λένε στο χωριό μου για κάποιον που έρχεται από τα ξένα εντυπωσιασμένος και επιχειρεί άκριτα, αμάσητα και αχώνευτα μια νεωτερικότητα: “Εκεί που πήγε του κάνανε ένεση»! Τώρα όσον αφορά τα ξένα κράτη από τα οποία μας ήρθε και μας φόρεσαν ανερώτητα καπέλο το δικό μας, υπήρξαν και αυτά σχηματισμοί ανάγκης έκφρασης και επιβολής των διαδοχικών νέων και ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών αλλαγών του 19ου και του 1ου μισού του 20ού αιώνα που αναφέρει ο συγγραφέας και για το σχηματισμό τους δανείστηκαν στοιχεία και πρότυπα από την ελληνική, ελληνιστική και ελληνορωμαϊκή περίοδο όπως αυτά περιγράφονται στα βιβλία τέχνης, τα νομικά κ.ά. ενώ εδώ η σκυτάλη πέρασε φυσικά και αβίαστα στη λαϊκή βάση με το γούστο, το ήθος την οργάνωση και τους θεσμούς τους οποίους συστηματικά περιφρονούν και πολλαπλά καταπιέζουν…


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Το στέκι της «Δράσης», Πίνδου 30 & Μαραθώνος, Βριλήσσια. H δωρεάν δανειστική βιβλιοθήκη και ταινιοθήκη λειτουργεί κάθε Δευτέρα 12:00-2:00μμ, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη 6:00-8:00μμ.




   
© 2006 - 2019 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου