Δημοτικό Συμβούλιο
Ο νέος Κώδικας δεν αλλάζει το εκλογικό σύστημα αλλά τη φύση της αυτοδιοίκησης
Από τον «Καποδίστρια» (1997) που επέφερε το πρώτο μαζικό κύμα συγχωνεύσεων Δήμων, τον «Καλλικράτη» (2010) και μετά τον «Κλεισθένη» (2018), που οδήγησε στα σημερινά δεδομένα, κάθε νομοθετική παρέμβαση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση στόχευε σε περαιτέρω περιορισμό της ουσίας της, της τοπικότητας και του αυτοδιοίκητου, στην υποβάθμιση της δυνατότητας των ανθρώπων να συνέρχονται και συναποφασίζουν, να συγκροτούν και να λειτουργούν έναν κοινό δημόσιο χώρο. Κάποτε οι δημοτικές εκλογές ήταν γιορτή. Η κοινωνία συμμετείχε. Άναβαν οι συζητήσεις, ανέβαιναν οι τόνοι, οξύνονταν τα πάθη. Ήταν ένα πολιτικό γεγονός, είχαν πολιτικό στίγμα, παρήγαγαν εξελίξεις. Τώρα η συμμετοχή του πολίτη βαφτίζεται «ταλαιπωρία» και γι’ αυτό καταργείται ο δεύτερος γύρος των δημοτικών εκλογών! Σύντομα μάλιστα, δεν θα χρειάζεται να χάνουμε καμία Κυριακή εκλέγοντας δημάρχους και δημοτικά συμβούλια, όλο και κάποιος αλγόριθμος θα υποδεικνύει ποιος θα εκλέγεται δήμαρχος. «Απρόσωποι» και ομοιόμορφοι Δήμοι, με κοινές επιλογές και πλήρη ένταξη στις προτεραιότητες του πολιτικού συστήματος και του κεντρικού κράτους, ανύπαρκτη τοπική δημοκρατία και τοπική ζωή, απόλυτος έλεγχος. Με πρόσχημα πάλι τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό που θα αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες... Δεν πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά για το νέο νομοσχέδιο για την αυτοδιοίκηση που ετοιμάζεται να ψηφίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ανατινάζει τα πάντα. Ενώ με το ισχύον εκλογικό σύστημα (Νόμος 4804/2021), δήμαρχος εκλέγεται από την πρώτη Κυριακή εάν ο συνδυασμός του συγκεντρώσει ποσοστό 43% + 1 ψήφο επί των έγκυρων ψηφοδελτίων, (καταλαμβάνοντας τα 3/5 (60%) των εδρών του Δημοτικού Συμβουλίου), ενώ αν κανένας συνδυασμός δεν πιάσει αυτό το όριο, η αναμέτρηση οδηγείται σε επαναληπτικό γύρο ανάμεσα στους δύο πρώτους, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο η δεύτερη Κυριακή καταργείται. Ο ψηφοφόρος εκφράζει την βούλησή του την πρώτη Κυριακή, σε ένα ψηφοδέλτιο, επιλέγοντας αφενός τον συνδυασμό που πραγματικά επιθυμεί, αφετέρου έναν δεύτερο συνδυασμό, ως εναλλακτική επιλογή σε περίπτωση που η πρώτη του επιλογή αποκλειστεί! Έτσι, χωρίς δεύτερο γύρο, οι δύο πρώτοι συνδυασμοί των εκλογών σε ψήφους «πρώτης προτίμησης», θα προσθέτουν υπερ τους και τις «εναλλακτικές» ψήφους που έλαβαν από τα ψηφοδέλτια των υπόλοιπων συνδυασμών, και τελικά, ένας αλγόριθμος ανακατανομής ψήφων θα αναδεικνύει τον πρώτο, καταργώντας το αυτονόητο κεκτημένο, ότι όποιος διοικεί θα πρέπει να έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών. Θα έχουμε δηλαδή ενδεχομένως, δημάρχους που δεν θα έχουν ποτέ επικρατήσει απέναντι στον βασικό τους αντίπαλο και δεν θα έχουν ποτέ λάβει καθαρή εντολή πλειοψηφίας! Με την κατάργηση του δεύτερου γύρου αφαιρείται ένα ακόμη φίλτρο κοινωνικής νομιμοποίησης και συναινέσεων και οργανώνεται η μετάβαση από το ήδη απισχνασμένο πρότυπο μιας επιδιωκόμενης ζωντανής και πολιτικοποιημένης αυτοδιοίκησης, προς ένα μοντέλο διοικητικής διαχείρισης ελεγχόμενης από το κράτος. Εκλογές χωρίς την κοινωνία, χωρίς φυσική παρουσία, χωρίς πολιτική κινητοποίηση και δημόσια αντιπαράθεση, σε βαθμό που πλέον εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα εκλογικό νομοθέτημα, αλλά για την ανανοηματοδότηση της δημοκρατικής λειτουργίας της αυτοδιοίκησης. Αυτή είναι η μια πλευρά του νέου νομοσχεδίου. Όπου ο ψηφοφόρος μετατρέπεται σε καταναλωτή που διαλέγει γιαούρτια στο «super-market», χωρίς το βάρος της επιλογής του, χωρίς να συγκροτούνται κριτήρια, ενώ με την ηλεκτρονική ψήφο, τα «ψώνια» μπορούν να γίνονται και από το σπίτι! Παραμένει το ζήτημα της επιμήκυνσης των δημοτικών περιόδων (πενταετία), που οδηγεί σε καθεστωτικές συμπεριφορές, παραμένει το όριο του 3% και τα πολυσύνθετα εμπόδια που τίθενται για να αποκλείσουν τους μη ελεγχόμενους από το κομματικό σύστημα «μικρούς» τοπικούς συνδυασμούς, (οι οποίοι μόνο αν διαθέτουν επιτελεία τεχνοκρατών θα μπορούν να συμμετάσχουν), παραμένει η ενισχυμένη αναλογική και το αντιδημοκρατικό μπόνους των 3/5 των εδρών για τον πρώτο συνδυασμό, όλα αυτά που είχαν ήδη βαρύνει την κατάσταση. Και προστίθεται η ηλεκτρονική ψηφοφορία και η επιστολική ψήφος, αμφιλεγόμενες μεθοδεύσεις που γεννούν σοβαρά ζητήματα για τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος της ψήφου και τη μυστικότητα της ψηφοφορίας. Σε τελευταία ανάλυση όλα υπηρετούν έναν και μόνο στόχο: Ο πολίτης να μην συμμετέχει. Να βρίσκεται όσο γίνεται πιο μακριά από κάθε συμμετοχική διαδικασία. Στο περιθώριο των κέντρων λήψης αποφάσεων. Μια δεύτερη πλευρά του νομοσχεδίου αφορά τη θέσμιση πρόσθετων μηχανισμών παρακολούθησης, εποπτείας και ελέγχου της αυτοδιοίκησης από την κυβέρνηση και κατ’ επέκταση, από το πολιτικό σύστημα. Τίποτα δεν θα «παίζεται» αυτοτελώς στους Δήμους. Όλα ρυθμισμένα. Ίδιες επιλογές, ίδια μέσα, ίδιοι πάροχοι. Δημιουργείται «Κόμβος Οικονομικής Πληροφόρησης Τοπικής Αυτοδιοίκησης» που θα συλλέγει τα οικονομικά στοιχεία των Δήμων. Στο Υπουργείο Εσωτερικών το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας θα επαγρυπνά για την παρακολούθηση της οικονομικής κατάστασής τους. Εισάγονται (4ο Βιβλίο) νέοι μέθοδοι κατάρτισης και παρακολούθησης των προϋπολογισμών. Και ένα νέο, αυστηρό σύστημα ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των Ο.Τ.Α. (5ο βιβλίο). Οι Δήμοι ομαδοποιούνται με βάση τα χαρακτηριστικά τους (π.χ. νησιωτικοί, ορεινοί, μητροπολιτικοί), ώστε οι πόροι και το προσωπικό να κατανέμονται στοχευμένα με βάση έναν συνδυασμό από γεωγραφικά, δημογραφικά, αναπτυξιακά και λειτουργικά κριτήρια. Οπότε παύει και κάθε εγγύηση ότι θα συνεχιστούν ακόμη και οι σημερινές περιορισμένες χρηματοδοτήσεις. Και ουσιαστικά, αντί για αποκέντρωση έχουμε επανασυγκέντρωση των εξουσιών στην κεντρική εξουσία, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες θα λειτουργούν ως εκτελεστικοί βραχίονες αποφάσεων Υπουργείων ή κατευθύνσεων της ΕΕ και θα υλοποιούν προγράμματα, που τις περισσότερες φορές δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, με ελάχιστους εξαντλημένους υπάλληλους. Το σπουδαιότερο; Χωρίς να ρωτηθούν ή έστω να ενημερωθούν οι δημότες. Ένα τρίτο χαρακτηριστικό του νομοσχεδίου είναι η αλλαγή υφής των Δήμων και η προσαρμογή τους στα πρότυπα των ανωνύμων εταιρειών. Οι Δήμοι πρέπει να παράγουν πλεονάσματα. Κυριαρχεί η ανταποδοτική λογική. Και η μετάβαση σε ένα μοντέλο διοίκησης βάσει στόχων και αποτελεσμάτων, με την χρήση δεικτών επιδόσεων και αποδοτικότητας για τις δημοτικές υπηρεσίες που θα συνδέονται με την κρατική χρηματοδότηση και με την κατανομή μέρους των κρατικών ενισχύσεων. Έτσι, οι Δήμοι που πιάνουν τους στόχους τους ή επιδεικνύουν μεγάλη βελτίωση στους δείκτες απόδοσης θα έχουν προτεραιότητα σε επιπλέον χρηματοδοτικά εργαλεία, οι άλλοι... Ο νέος κώδικας πάντως, δεν φροντίζει αντίστοιχα να εναρμονιστούν οι αρμοδιότητες των Ο.Τ.Α. με τα οικονομικά και τις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού ή τις μονιμοποιήσεις συμβασιούχων. Αντιθέτως διατηρείται η πρακτική της ενίσχυσης των ελαστικών σχέσεων εργασίας και στο εξής σε κάθε δίκη μεταξύ Δήμων και εργαζόμενων συμβασιούχων θα παρίστανται υποχρεωτικά νομικοί εκπρόσωποι των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών, ώστε να μην έχει καμία σημασία η γνώμη των Δημάρχων και των Δημοτικών Συμβουλίων, φαλκιδεύοντας έτσι το άρθρο 102 του Συντάγματος που αναθέτει την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων στους εκλεγμένους αιρετούς. Είναι σαφής εξάλλου η τάση για συνεργασία των Δήμων με Αναπτυξιακούς Οργανισμούς (που λειτουργούν ως Ανώνυμες Εταιρείες των ΟΤΑ), οι οποίοι θα μπορούν να αναλαμβάνουν κρίσιμους τομείς, όπως η καθαριότητα, το πράσινο, η ύδρευση και οι τεχνικές μελέτες, λειτουργώντας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Αυτοί μπορούν να προσλαμβάνουν προσωπικό εκτός ΑΣΕΠ, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, αγνοώντας τους υπάρχοντες συμβασιούχους και αποδυναμώνοντας περαιτέρω τις υποστελεχωμένες υπηρεσίες των Δήμων! Όλα τα προηγούμενα, δηλαδή η παραβίαση κάθε δημοκρατικής αρχής και λογικής, η κατάργηση της ίδιας της έννοιας της πόλης και της τοπικότητας, ως του κοινού χώρου βίωσης της καθημερινότητας, η μετατροπή των Δήμων σε παρακολούθημα πολιτικών που αποφασίζονται αλλού και σε μηχανισμό διάχυσης του μοντέλου της Αγοράς ακόμη και στις κοινωνικές υπηρεσίες, παρουσιάζονται ως πρόοδος, ως κάτι αντικειμενικό και σύγχρονο. Αλλά το πραγματικό ερώτημα παραμένει: Πώς νοείται αυτοδιοίκηση χωρίς οι τόποι και οι Δήμοι να λειτουργούν αυτοτελώς ως χώροι δραστηριοποίησης και κοινωνικοποίησης των πολιτών, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την ευθύνη της πορείας τους; Αυτό το νομοσχέδιο έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση έως τις 4 Ιουνίου 2026 και αναμένεται να κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή εντός του Ιουνίου. Για ποιον άραγε γίνεται αυτή η διαβούλευση αν όχι για τα δημοτικά συμβούλια των Δήμων; Και πότε άραγε ο Δήμος Βριλησσίων και οι άλλοι Δήμοι θα πάρουν θέση; Πότε το αυτοδιοικητικό κίνημα θα βγει από τη σιωπή για να υψώσει μια ελάχιστη φωνή διαμαρτυρίας για όσα εξωφρενικά εξυφαίνονται σε βάρος του; Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων ΔΡΑΣΗ για μια Άλλη Πόλη φωτογραφία: Βαγγέλης Γεωργίου
ΣΧΟΛΙΑ