Σχόλια
Πανδημία: μια δικαιολογία για όλα;
2/12/2020

Ευχαριστούμε Δημήτρη για τα πάντα εύστοχα σχόλιά σου.

admin
Πανδημία: μια δικαιολογία για όλα;
30/11/2020

Τίθεται πράγματι θέμα κατεπείγοντος χαρακτήρα; (παρακάτω η διατύπωση στη σχετική Εγκύκλιο του ΥΠ.ΕΣ). Μετά από 7(;) μήνες που το ΔΣ αποφάσισε τη σύσταση της Διαπαραταξιακής Επιτροπής για τις διαδικασίες Διαβούλευσης; Που είναι ο περιβόητος δημόσιος διάλογος και για ποια συμμετοχή ενεργών μελών της κοινωνίας μιλάμε; Ποια είναι η στάση των υπόλοιπων δημοτικών παρατάξεων; Γιατί να μη γίνει τηλεδιάσκεψη; Γιατί όλα να γίνονται εν κρυπτώ και παραβύστω; Κύριοι και κυρίες όλων των δημοτικών παρατάξεων, αποδείξτε έμπρακτα ότι πιστεύετε στην αρχή της συμμετοχικότητας.-------- --- Αριθμός Εγκυκλίου: 40, Α.Π.: 20930/31-03-2020… Συνεδρίαση δια περιφοράς Η δια περιφοράς συνεδρίαση, ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 67, παρ. 5 του ν. 3852/2010, όπως τροποποιήθηκαν με τις αντίστοιχες του άρθρου 184, παρ.1, του ν. 4635/2019…. Σύμφωνα με αυτές «εφόσον ανακύπτουν θέματα κατεπείγοντος χαρακτήρα, για τα οποία είναι αναγκαία η άμεση λήψη απόφασης και βάσιμα πιθανολογείται κίνδυνος εκ της αναβολής, είναι δυνατόν, ύστερα από απόφαση του Προέδρου, οι σχετικές διαδικασίες να λαμβάνουν χώρα διά περιφοράς, με τη συμμετοχή τουλάχιστον των δύο τρίτων των μελών δημοτικού συμβουλίου.

Δημήτρης Καλαμπούκας
Ανακύκλωση: Τώρα μας φταίει (μόνον) ο κ. Πατούλης;
29/11/2020

Το άρθρο τούτο δημοσιευμένο έντυπα και σε μια φιλόξενη εφημερίδα («Αμαρυσία» της 26ης -11-2020) που έφθασε στα χέρια μου, μου έδωσε την ευκαιρία να το διαβάσω με περισσότερη ηρεμία, μαζί με τις παραπομπές του. Απαντά, υπενθυμίζει και εξηγεί την διαχρονική και αυξανόμενη ανάγκη μιας συνοικιακής κομποστοποίησης, τουλάχιστον των πράσινων απορριμμάτων (κλαδεμάτων) στην κηπούπολη μας για: 1) Την σημαντική μείωση του κόστους αποκομιδής των σκουπιδιών για όλους μας. 2) Πιθανώς νέες , δικαιολογημένες, και σταθερές στον ορατό ορίζοντα θέσεις εργασίας. 3) Περιβαλλοντολογική εκπαίδευση και επακόλουθη συνείδηση στην πράξη. 4) Παραγωγή μάλλον φθηνότερου δικού μας λιπάσματος για την φροντίδα από μια γλάστρας μέχρι και μιας συστηματικής οικολογικής καλλιέργειας. 5) Ευπρεπισμό του αστικού μας περίγυρου. Ανάγκη-αίτημα για το οποίο η κίνηση μας πρωτοπόρησε και επιμένει. Στην ίδια εφημερίδα και εφαπτόμενα, διάβασα και ένα άλλο αρθράκι αυτή την φορά του Δήμου Βριλησσίων, να μας καλεί για μια διαλογή των απορριμμάτων στην πηγή τους με ατομική ευθύνη και αυτοεκπαίδευση παίζοντας, μάλιστα και με μπόνους! Με στοιχειώδη γνώση της πραγματικότητας, εισέπραξα την έκκληση αυτή σαν ευχή! Καλή ευχή, μόνο που έχω την αίσθηση πως θα παραμείνει ευχή με μηδενική ανταπόκριση… Αλλά η «Δράση για μια Άλλη Πόλη» μιλάει για κάτι άλλο. Την πρωτοβουλία της Δημοτικής αρχής για συγκρότηση μιας επιτροπής από στελέχη και υπαλλήλους του Δήμου αλλά και άλλων με έμμισθη απασχόληση, να εργασθούν για την πραγμάτωση μιας συνοικιακής κομποστοποίησης, αρχίζοντας από τα άφθονα διαθέσιμα κλαδέματα στους κήπους, τις πρασιές, στους δρόμους και τους άλλους δημόσιους χώρους της πόλης μας Όσον αφορά την περιβαλλοντική παιδεία μας, εξακολουθώ να επιμένω πως είναι θέμα συστηματικής εκπαίδευσης από το νηπιαγωγείο μέχρι και το Γυμνάσιο με έμμεση ταυτόχρονη ενημέρωση και ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης στους ενήλικες, από όλα τα διαθέσιμα εποπτικά μέσα.

Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος
Δημοτική Επιτροπή Ισότητας: Ακόμη μια επιτροπή χωρίς αντίκρισμα;
21/11/2020

Καταρχάς να ομολογήσω πως διάβασα τις Αρμοδιότητες της Επιτροπής και δεν κατάλαβα τίποτα! Μια ακόμα ακαδημαϊκή πραγματεία για την πολιτική της ταυτότητας (id politics) σκέφτηκα, το πνεύμα των καιρών, που πασχίζει να χωρέσει την πραγματικότητα στα κουτάκια του πολιτικώς ορθού. Αμ το άλλο, «Έναν (1) εκπρόσωπο τοπικού γυναικείου/φεμινιστικού συλλόγου»; Έχει φεμινιστικό σύλλογο στα Βριλήσσια; Παρόλα αυτά, έχοντας λίγο χρόνο να σκοτώσω (τα καλά της καραντίνας), το έψαξα λίγο παραπάνω. Από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο των Φύλων αντιγράφω: «Ο Δείκτης Ισότητας των Φύλων είναι μια μοναδική μέθοδος μέτρησης που παρουσιάζει την πολυπλοκότητα της ισότητας των φύλων. Αναπτύχθηκε με βάση το πλαίσιο πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνδράμει τους αρμόδιους φορείς στη διαχρονική παρακολούθηση της προόδου στον τομέα της ισότητας των φύλων σε ολόκληρη την ΕΕ. Ο Δείκτης Ισότητας των Φύλων αποτελείται από έξι βασικούς τομείς (εργασία, χρήματα, γνώση, χρόνος, εξουσία και υγεία)…» Πλοηγώντας στο διαδίκτυο ενημερώθηκα πως η Ελλάδα για πάνω από μια δεκαετία βρίσκεται στην τελευταία θέση στην ΕΕ σε ό,τι αφορά στην ισότητα των φύλων. Η δε εγκύκλιος που εξέδωσε το Υπουργείο Εσωτερικών αναφέρει «…με τις διατάξεις του αρ.70Α του ν.3852/2010, όπως αυτό προστέθηκε με τις διατάξεις του αρ.6 του ν.4604/2019 (με την αριθμ.1/30.1.2020 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του ν.4604/2019), προβλέφθηκε η σύσταση σε κάθε Δήμο Δημοτικής Επιτροπής Ισότητας, ως συμβουλευτικό όργανο προς το Δημοτικό Συμβούλιο, και παράλληλα, όπως προκύπτει από την Αιτιολογική Εκθεση του ν.4604/2019, ως συνδετικός κρίκος της Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής Πολιτικής & Ισότητας των Φύλων με την Αυτοδιοίκηση για την εφαρμογή πολιτικών ισότητας, με αποκλειστικές αρμοδιότητες απαριθμούμενες περιοριστικά.» Στο τέλος, ξαναδιάβασα την τελευταία παράγραφο του άρθρου της Δράσης. Συμφωνώ και προσθέτω: Να’ χαμε να λέγαμε και τρίγωνο καρτέρι…

Δημήτρης Καλαμπούκας
Η Βασιλική, η Ολυμπία, η Ευαγγελία, η Άρτεμις, η Κατερίνα, η Μαλαματή, η Ευφροσύνη, η Ανθή, η Χρυσούλα και η Πηνελόπη.
19/11/2020

Κάπως έτσι ανάβουν οι λαϊκές πυρκαγιές και άντε να τις σβήσουν!...

Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος

Το σινεμά της Λατινικής Αμερικής, Βραζιλία

9η Διαδικτυακή Συνάντηση, Δευτέρα 16 Νοεμβρίου, 8:00μ.μ.

Το σινεμά της Λατινικής Αμερικής Συνάντηση 9η (διαδικτυακή) Δευτέρα 16/11/2020, ώρα 8:00μμ Θέμα: «Βραζιλία: Walter Salles, Fernando Meirelles» Η Ευρώπη ανακάλυψε τον βραζιλιάνικο κινηματογράφο με το Κανγκασέιρο (1953) του Lima Βarreto, που κέρδισε δυο βραβεία στις Κάννες και προβλήθηκε σε είκοσι δύο χώρες. Όμως αυτή η άνευ προηγουμένου επιτυχία δεν σηματοδοτούσε μια γέννηση, αλλά το κλείσιμο ενός κύκλου πενήντα πέντε χρόνων. Στη διάρκειά του ο βραζιλιάνικος κινηματογράφος, που σύμφωνα με τους ιστορικούς γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1898 όταν ο Ιταλός Affonso Segretto έκανε το πρώτο γύρισμα στο λιμάνι του Ρίο, είχε διανύσει την ηρωική του περίοδο και την κορύφωσή της στη «Χρυσή Εποχή» (1908-1911), όπου γυρίζονταν ετησίως περισσότερες από εκατό ταινίες για τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Αμέσως μετά είχε βιώσει την πρώτη σοβαρή κρίση του, όταν το Χόλιγουντ, ο προαιώνιος ανταγωνιστής, κατέκλυσε αυτή την αγορά με τα προϊόντα του. Αλλά σε πείσμα της ξένης κυριαρχίας, είχε βάλει τις βάσεις για την υποδομή μιας εθνικής κινηματογραφίας ιδρύοντας εταιρείες παραγωγής και κινηματογραφικές σχολές (πρώτα στο Σάο Πάολο, ύστερα σε άλλες πόλεις) και είχε γεννήσει τον πρώτο ανεξάρτητο «δημιουργό» του, τον Luis de Barros, που αρχικά ειδικεύτηκε σε κινηματογραφικές διασκευές ρομαντικών μυθιστορημάτων του Jοsé de Alencar. Στα υπόλοιπα χρόνια του βουβού, ο βραζιλιάνικος κινηματογράφος προσπάθησε να διαμορφώσει τη φυσιογνωμία των βασικών ειδών του (κοινωνικό δράμα, κωμωδία, μελόδραμα), αφομοιώνοντας επιδράσεις από ένα ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών και αμερικανικών ταινιών και συχνά αντιστρέφοντας τις σε μια σειρά από παρωδίες (τάση στην οποία ενέδωσε και ο Luis de Βarros με το Ο Βabão – Ο ηλίθιος, 1929). Ιδιαίτερα η επίδραση της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας είναι εμφανής σε ταινίες όπως το São Ρaulo: Sinfonia de uma Metropolis (Σάο Πάολο: συμφωνία μιας μητρόπολης των Adalberto Kemeny και Rodolfo Lustig, 1929), το Rien que les heures (Τίποτα εκτός από τις ώρες του Alberto Calvacanti, 1926) και κυρίως στο μυθικό Limίte (Όριο του Mário Peixoto, 1930), το οποίο ο Eisenstein, εντυπωσιασμένος από την περίπλοκη μορφή και την υψηλή αισθητική του, αποκάλεσε «έργο ιδιοφυΐας». Αναμφισβήτητα, στα τελευταία χρόνια του βουβού και τα πρώτα του ομιλούντος, η σημαντικότερη προσωπικότητα ήταν ο Humberto Mauro, τον οποίο ο γάλλος ιστορικός Georges Sadoul αποκάλεσε «πρωτοπόρο της λατινοαμερικάνικης κινηματογραφικής τέχνης» και ο Glauber Rocha αναγνώρισε ως πρόδρομο του Cinema Νονο. Παρόλο που στις πρώτες του ταινίες εμπνεύστηκε από το έργο Αμερικανών (Thomas Ince, Henry King και D.W. Griffith), ο Mauro επιδίωξε συνειδητά να θεμελιώσει έναν καθαρά βραζιλιάνικο κινηματογράφο. Το αριστούργημά του Ganga Bruta (Σκληρή συμμορία, 1933), η ιστορία ενός ανθρώπου που σκοτώνει τη γυναίκα του στον μήνα του μέλιτος κι ύστερα πασχίζει να ξαναφτιάξει τη ζωή του, με την εξπρεσιονιστική σκηνοθεσία και το αϊζενσταϊνικό μοντάζ του σφράγισε την ευαισθησία των σκηνοθετών του Cinema Novo. Αμέσως μετά αποτυπώνοντας ωμά τη ζωή στις φαβέλες του Ρίο στο Favela dos Meus Amores (Φαβέλα των ερώτων μου, 1934) ο Mauro μοιάζει να επινοεί τον νεορεαλισμό πολύ πριν από τα μανιφέστα των ιταλών πατέρων του. Όμως στο μεταξύ, η έλευση του ήχου είχε στρέψει το κύριο ρεύμα του βραζιλιάνικου κινηματογράφου προς μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση: επειδή το κοινό δεν μπορούσε πια να παρακολουθήσει τις ομιλούσες ξένες ταινίες, οι παραγωγοί για να το κρατήσουν στις αίθουσες, πριμοδότησαν το είδος της σανσάντα (chanchada), μια καθαρά τοπική, μουσική (φαρσο)κωμωδία, που γεννήθηκε από τις επιθεωρήσεις στο θέατρο και κυριάρχησε απόλυτα στις οθόνες ως τη δεκαετία του πενήντα. Σύντομα, με τις ταινίες Αlô, Αlô Brasil (1935) και Αlô, Αlô Carnaval (1936) του παραγωγού Adhemar Gonzaga της εταιρείας Cinédia, η σανσάντα ανέδειξε την πρώτη βασίλισσά της, τη δημοφιλή τραγουδίστρια Carmen Miranda, ανοίγοντάς της τον δρόμο προς το Χόλιγουντ. Αν και το είδος κατάφερε να δημιουργήσει ένα σταθερό δεσμό του κοινού με τη βραζιλιάνικη ταινία, η προχειρότητα και τα χαμηλά αισθητικά κριτήριά του, οδήγησαν μια ομάδα που είχε σχέση με αστικούς επιχειρηματικούς κύκλους του Σάο Πάολο να ιδρύσει την εταιρεία «Βέρα Κρουζ» στο τέλος της δεκαετίας του σαράντα και να εμπιστευτεί τη διεύθυνσή της στον Αlberto Cavalcanti. Ολοκληρώνοντας δεκαοκτώ ταινίες, η «Βέρα Κρουζ» αποπειράθηκε να γίνει ένα τροπικό Χόλιγουντ και πράγματι έφερε στον βραζιλιάνικο κινηματογράφο το λούστρο της παραγωγής και την αισθητική των ευρωπαϊκών και αμερικανικών φιλμ. Αλλά οι ακριβές παραγωγές της δεν κάλυπταν το κόστος τους, αφού η ποιότητά τους συχνά αποξένωνε το κοινό και η διεθνής διανομή τους ήταν στα χέρια της «Κολούμπια», η οποία ενδιαφερόταν να προωθήσει μόνο τα δικά της προϊόντα. Μοιραία η εταιρεία χρεοκόπησε το 1954, έναν χρόνο μετά το Κανγκασέιρο, τη μεγαλύτερη επιτυχία της. Μετά από το κλείσιμό της αρκετές «σοβαρές» ταινίες εξακολουθούσαν να γίνονται στο Σάο Πάολο, σε αντίθεση με τις επιπόλαιες σανσάντα του Ρίο. Αλλά ο βραζιλιάνικος κινηματογράφος έστεκε στο κατώφλι μιας επανάστασης: της έκρηξης του Cinema Νονο, που προετοιμάστηκε με ταινίες όπως το Rio 40 Graus (Ρίο 40 βαθμοί του Nelsοn Ρereira dos Santos, 1955) και O Grande Μomento (Η μεγάλη στιγμή του Roberto Santos, 1958) γυρισμένες με την αισθητική και τη μέθοδο του νεορεαλισμού: με ήρωα τον καθημερινό άνθρωπο σε φυσικούς χώρους, με μικρό συνεργείο και χαμηλό προϋπολογισμό. Η απήχηση αυτού του τρόπου παραγωγής έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε κάποιες ταινίες από το Nordeste, τη φτωχή βορειοανατολική Βραζιλία, και τη Μπαΐα (π.χ. Βαhia de Todos os Santos – Η Μπάϊα όλων των αγίων), όπου γεννήθηκε ο Glauber Rocha, ο σημαντικότερος δημιουργός του Cinema Νονο. Μαθητής του Βυñuel και του Eisenstein και ψυχή της κοινότητας των νέων μπαϊανών καλλιτεχνών ήδη από το 1955, ο Rocha ξεκίνησε δημοσιεύοντας κριτικές και θεωρητικά δοκίμια και γυρίζοντας πειραματικές ταινίες μικρού μήκους. Το 1960 μετακόμισε στο Ρίο ντε Ζανέιρο, όπου συνδέθηκε με τον σκηνοθέτη και πνευματικό πατέρα του Cinema Νονο, Nelsοn Pereira dos Santos, τον φωτογράφο και παραγωγό Luiz Carlos Βarreto και μια γενιά αριστερών κινηματογραφιστών (Αrnaldo Jabor, Carlos Diegues, Joaquim Pedrο de Αndrade, Leon Hirszman, Ruy Guerra κ.ά.) που συγκρότησαν τον σκληρό πυρήνα του κινήματος. Απορρίπτοντας τον εμπορικό βραζιλιάνικο κινηματογράφο, την οικονομική και πολιτιστική αποικιοκρατία του Χόλιγουντ και τον έλεγχό του στη διανομή των ταινιών της πατρίδας τους, οι σκηνοθέτες του Cinema Νονο υιοθέτησαν την ηθική του ιταλικού νεορεαλισμού και την επιθετική αισθητική (σε συνδυασμό με κάποιες ιδέες για την παραγωγή) της γαλλικής nouvelle vague. Εφαρμόζοντας το γνωστό απόφθεγμα του Glauber Rocha «μια ιδέα στο κεφάλι και μια κάμερα στο χέρι», βάλθηκαν να καταγράψουν τη δυσοίωνη κοινωνική πραγματικότητα της Βραζιλίας με την πολιτική αισιοδοξία, που ήταν διάχυτη πριν από την επιβολή της δικτατορίας, πιστεύοντας ότι αν η χώρα έβλεπε κατάματα το αληθινό της πρόσωπο, θα είχε τη δυνατότητα να ξεπεράσει την υπανάπτυξη. Στην πρώτη φάση του Cinema Νονο (από το 1960 ως το 1964, όταν ο πρόεδρος João Goulart ανατρέπεται από τους στρατιωτικούς), οι ταινίες εστίαζαν στη φτώχεια, την αποστέρηση, την καταπίεση των αγροτών, τη θρησκευτική αλλοτρίωση και την οικονομική εκμετάλλευση και διαδραματίζονταν σε χώρους όπου οι κοινωνικές αντιφάσεις εμφανίζονταν σε όλη τους την οξύτητα και τα προβλήματα επιζητούσαν επειγόντως λύσεις. Ιδιαίτερα στο Sertão, την άνυδρη και εξαθλιωμένη βόρεια ενδοχώρα, που πρωταγωνιστεί στην ομώνυμή του τριλογία: Ξερές ζωές (Vidas Secas του Nelson Ρereirα dos Santos), Τα όπλα (Os Fuzis του Ruy Guerra) και O μαύρος Θεός και ο λευκός διάβολος (Deus e ο Diabo na Terra do Sol, του Glauber Rocha), τα πρώτα αριστουργήματα του κινήματος που προβλήθηκαν από το 1963 ώς το 1964, με διαφορά μερικών μηνών μεταξύ τους. Μετά από την επιβολή της δικτατορίας, η θεματολογία των ταινιών στρέφεται από το μυθικό στο πολιτικό, στη διερεύνηση της αποτυχίας όχι μόνο του οράματος των αστών πολιτικών για γρήγορη ανάπτυξη αλλά και της επαναστατικής χίμαιρας των διανοουμένων. Προσπαθώντας να καταγράψουν τη σύγχυση που προκάλεσε η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, οι μυθοπλασίες του Cinema Νονο γίνονται τώρα πιο περίπλοκες και μεταφέρονται στα μεγάλα αστικά κέντρα, στις ταινίες Α Grande Cidade (Η μεγάλη πόλη του Carlos Diegues, 1966), O Desafio (Η πρόκληση του Ρaulο César Saraceni, 1966), O Βravo Guerreiro (O γενναίος πολεμιστής του Gustavο Dahl, 1968), Fome de Amor (Ερωτική πείνα του Nelsοn Pereira dos Santos, 1968) και κυρίως στο αριστούργημα του Glauber Rocha Γη σε έκσταση (Terra em Transe, 1967), μια «τραγική καρναβαλική φάρσα» της ανίερης συμμαχίας της τέχνης με την πολιτική, όπου λαϊκιστές πολιτευτές και ανάλγητοι δικτάτορες, μέλη του κόμματος και ποιητές χορεύουν την ολέθρια σάμπα της αλληλοεξόντωσης. Το Γη σε έκσταση ανοίγει προφητικά τον διάλογο των σκηνοθετών του Cinema Νονο με τον Τροπικαλισμό,Macunaíma του Joaquim Pedro de Andrade (1969), που χωρίς να χαμηλώσει τα αισθητικά και ιδεολογικά κριτήριά της, κατόρθωσε να γίνει εμπορική επιτυχία, καμιά άλλη ταινία του Cinemα Νονο δεν είχε την ίδια τύχη. Αντιμετωπίζοντας όλο και περισσότερα προβλήματα χρηματοδότησης και όλο και μεγαλύτερη πολιτική καταπίεση, πολλοί βραζιλιάνοι καλλιτέχνες αυτοεξορίζονται στην Ευρώπη. Ανάμεσα στους σκηνοθέτες που εγκατέλειψαν τη Βραζιλία, εκτός από τους στυλοβάτες του Cinema Νονο Glauber Rocha, Carlοs Diegues και Ruγ Guerra, ήταν και οι Rogério Scanzerla και Júlio Bressane, δημιουργοί των O Bandido da Luz Vermelha – O ληστής του κόκκινου φαναριού (1968) και O Αnjο Nasceu – O άγγελος γεννήθηκε (1969) δύο από τις σημαντικότερες ταινίες του βραχύβιου κινήματος Udigrudi. Με αυτή την ειρωνική μεταγραφή του αμερικανικού όρου «Underground» (υπόγειος), ο Glauber Rοcha βάφτισε την περιθωριακή πρωτοπορία, που αναπτύχθηκε στη σκιά του Cinema Νονο και συνδέθηκε μαζί του με μια παθιασμένη σχέση αγάπης και μίσους: ένα κίνημα πειραματισμού και αναρχικής αποδόμησης όλου του σινεμά (όχι μόνο του βραζιλιάνικου), όπου η «αισθητική της πείνας» συναντάει την προκλητική «αισθητική του σκουπιδιού». Κλείνοντας τον κύκλο του το Cinema Νονο, το βραζιλιάνικο μοντέλο του ποιητικού-πολιτικού κινηματογράφου του δημιουργού, άφησε χώρο στον αγοραίο λαϊκισμό, τον οποίο καταδίκαζε με τόση δριμύτητα. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εβδομήντα όλες οι προσπάθειες συγκεντρώνονται στην αναδιοργάνωση της παραγωγής και της διανομής και στην ενδυνάμωση της σχέσης του κοινού με την εγχώρια ταινία κι αυτό σημαίνει ότι τα είδη που κυριαρχούν είναι η κωμωδία και η πορνοσανσάντα (κακόγουστες, ελαφρές σεξοκωμωδίες χαμηλού κόστους αλλά υψηλής δημοτικότητας στα αστικά κέντρα). Από την άλλη μεριά, οι «καλλιτεχνικές» ταινίες γίνονται λιγότερο ριψοκίνδυνες ή προσανατολίζονται σε ιστορικές αναπαραστάσεις – αρχικά ακαδημαϊκές (Independéncia οu Morte – Ανεξαρτησία ή Θάνατος του Carlos Coimbra. 1972) αργότερα όμως βαθιά πρωτότυπες, σύνθετες και κριτικές (Οs Inconfidentes – Οι συνωμότες του Joaquim Pedro de Andrade, 1972, São Bernardo του Leon Hirszmαn, 1972/73). Εξαιρετικά σημαντικές εξελίξεις ήταν τα διστακτικά δημοκρατικά ανοίγματα της κυβέρνησης Geisel και κυρίως η αναβάθμιση του κρατικού οργανισμού Embrafilme, που από απλή γραφειοκρατική υπηρεσία απόδοσης των εισπράξεων στους παραγωγούς μεταμορφώθηκε σε κυρίαρχο χρηματοδοτικό όργανο της βραζιλιάνικης ταινίας, όταν το 1974 τη διεύθυνση και το τμήμα της διανομής του ανέλαβαν οι κινηματογραφιστές Roberto Farias και Gustavo Dahl αντιστοίχως. Από το 1974 ως το 1990 ο βραζιλιάνικος κινηματογράφος γνωρίζει μια περίοδο σταθερότητας και παραγωγικότητας, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη «Χρυσή Εποχή» του. Το 1976 η ταινία Η Ντόνα Φλορ και οι δυο σύζυγοί της (του Βruno Barreto) έφερε στην αίθουσα πάνω από δώδεκα εκατομμύρια θεατές, σπάζοντας κάθε εισπρακτικό ρεκόρ στην ιστορία του βραζιλιάνικου κινηματογράφου. Μέσα στη δωδεκαετία 1976-1988, οι παραγωγές που γυρίζονταν ετησίως μόνο μια φορά έπεσαν κάτω από τις ογδόντα και τρεις φορές ξεπέρασαν τις εκατό, ενώ το μερίδιο των εισπράξεων των βραζιλιάνικων ταινιών κυμάνθηκε από το 18% ώς το 36%. Όπως ήταν φυσικό αυτή η περίοδος έφερε στις ταινίες μεγαλύτερη θεματική ποικιλία και τεχνική αρτιότητα. Και, το σημαντικότερο, οι δημιουργοί του Cinema Νονο, που είχαν επιστρέψει στη Βραζιλία στο πρώτο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα, στο τέλος της εξακολουθούσαν να εργάζονται διερευνώντας τα ασταθή βήματα της χώρας προς τον εκδημοκρατισμό με σημαντικές αλληγορίες και κοινωνικές μυθοπλασίες: Α Queda – Η πτώση του Ruy Gυerra (1977), Α Lira do Delírio – Η λύρα του ντελίριου του Walter Lima Jr. (1978), Tudo Bem – Όλα καλά του Αrnaldo Jabor (1978), Βye Bye Brasil του Carlos Diegues (1980), Α Idade da Terra – Η ηλικία της γης, το κύκνειο άσμα του Glauber Rocha, γυρισμένο σε σινεμασκόπ, με σύγχρονο ήχο και με εντυπωσιακή διανομή ηθοποιών, το 1980. H δεκαετία του ογδόντα έφερε μια καινούρια οξύτητα στην κοινωνική καταγραφή της μιζέριας με τη σκληρή ιστορία της παιδικής εγκληματικότητας στο Πισότε, το χαμίνι του Σάο Πάολο (1980) του Hector Babenco, που σύντομα, όπως και ο Βruno Barreto, συνέχισε τη σταδιοδρομία του στην Αμερική. Η πτώση της δικτατορίας έστρεψε το ενδιαφέρον στο ντοκιμαντέρ: ταινίες όπως το στοχαστικό Cabra Marcado para Morrer, που στην Ευρώπη και την Αμερική προβλήθηκε με τον τίτλο Μετά από είκοσι χρόνια, του σπουδαίου δημιουργού Εduardo Coutinho, γυρισμένο το 1964 και το 1984, και το Jango του Sílvio Tendler (1984), διερευνούσαν τις αιτίες του πραξικοπήματος, που ανέκοψε τη δημοκρατική πορεία της χώρας πριν από είκοσι χρόνια. Ο εφιάλτης των διώξεων και των βασανιστηρίων αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στην οθόνη με νατουραλιστικές μυθοπλασίες (Ρara frente Brasίl – Προς τα εμπρός Βραζιλία του βετεράνου Roberto Farias, 1983, και Νυnca Fomos Τão Felizes – Ποτέ δεν ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι του Μurilo Salles, 1984). Αλλά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας μια καινούρια γενιά κινηματογραφιστών, αποφοίτων του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο, ήρθε στο προσκήνιο με διαφορετικές ιδέες για το πώς θα μπορούσε ο κινηματογράφος να αποκαταστήσει τον διάλογό του με το κοινό. Το κίνημα αναθεώρησης των δεδομένων της αισθητικής και της παραγωγής, που ονομάστηκε «Ο Νέος Κινηματογράφος του Σάο Πάολο» δεν πρόλαβε να ενηλικιωθεί, καθώς το μοντέλο της Εmbrafilme κατέρρευσε και η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του εκλεγμένου προέδρου Fernando Collor de Mello το 1990 έκοψε κάθε κρατική βοήθεια στο σινεμά, με συνέπεια η παραγωγή να πέσει στο ναδίρ για τρία χρόνια. Όμως ο βραζιλιάνικος κινηματογράφος κατάφερε να κρατηθεί ζωντανός, γιατί η δημιουργική ορμή των κινηματογραφιστών έβρισκε διέξοδο σε μια πλούσια παραγωγή ταινιών μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ, που προετοίμασαν την ανάκαμψη στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα. Μια από αυτές, το πειραματικό ντοκιμαντέρ του Jorge Furtado A Ilha das Flores – Το νησί των λουλουδιών, βραβεύτηκε με την αργυρή άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1990 (και αργότερα σε αρκετά άλλα διεθνή φεστιβάλ), αποδεικνύοντας ότι ακόμα και μια ταινιούλα δεκατριών λεπτών είχε υπολογίσιμη δυναμική. Αντίθετα οι μεγάλου μήκους ταινίες που κατάφεραν να ολοκληρωθούν την επόμενη τριετία, μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όμως το 1993 ένας νέος νόμος πλαίσιο για την οπτικοακουστική παραγωγή έδωσε κίνητρα φοροαπαλλαγής στον ιδιωτικό τομέα για τη χρηματοδότηση ταινιών και σχεδόν ταυτόχρονα η δημοτική αρχή του Ρίο ντε Ζανέιρο ίδρυσε την εταιρεία υποστήριξης και διανομής «Riofilme». Το 1995 ο μηχανισμός της παραγωγής είχε πλέον απορροφήσει τις αλλαγές και στις αίθουσες βγήκαν έντεκα ταινίες. Δυο από αυτές, η Carlota Jοaquina της Carla Camurati, μια μπαρόκ σάτιρα εποχής, που χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική προώθησης ή υποστήριξη από τα μέσα ενημέρωσης κατάφερε, ανέλπιστα, να προσελκύσει περισσότερους από ένα εκατομμύριο θεατές και η Ξένη γη – Terra Estrangeira των Walter Salles και Daniela Thomas, ένα ασπρόμαυρο υπαρξιακό θρίλερ που αποτύπωνε την αβεβαιότητα και τη μελαγχολία των χρόνων της διακυβέρνησης του προέδρου Collor, απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο ότι η ανάκαμψη είχε πράγματι αρχίσει να συντελείται. Στα χρόνια που ακολούθησαν, παρά τις δυσκολίες και παρά το γεγονός ότι η παραγωγή δεν ανέκτησε ποτέ τα εντυπωσιακά επίπεδα της εποχής της «Embrafilme» καμιά εκατοστή νέοι σκηνοθέτες έκαναν το ντεμπούτο τους με σεμνές, ανεξάρτητες ταινίες συχνά από διαφορετικές περιοχές της Βραζιλίας, μακριά από τις μητροπόλεις. Ανάμεσά τους: ο José Araujo με το O Sertão das Memorίas – Το Σερτάο των αναμνήσεων (1996) και το ντουέτο Ρaulo Caldas και Lírio Ferreira με το Baile Perfumado – Αρωματιαμένος χορός (1997), δυο ταινίες που επιστρέφουν στη μυθολογία του «κανγκασέιρο» και του «σερτάο», ξαναβλέποντάς την από μια νέα αισθητική προοπτική· η Tata Amaral με το Um Céu de Estrelas – Τον ουρανό με τ’ άατρα (1996), ένα βίαιο ερωτικό δράμα πολιορκημένο από την ανεργία, την αστυνομία και την τηλεόραση ο Βeto Βrant με το πορτρέτο δυο γραφικών επαρχιωτών πληρωμένων δολοφόνων Οs Matadores – Οι δολοφόνοι(1997). η Eliane Caffé με το Kenoma (1998), ένα σύγχρονο παραμύθι για την προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει το ανέφικτο· ο Andrucha Waddington με την εικαστική και φεμινιστική ιστορία Εu Τu Eles – Εγώ εσύ αυτοί (2000). ο Luiz Fernando Carvalho με τη φιλόδοξη και μυθιστορηματική τραγική παραβολή Lavoura Arcaica – O άσωτος υιός (2001)· ο Karim Αinouz με τη δαιμονική βιογραφία ενός ομοφυλόφιλου, νυχτόβιου καλλιτέχνη και δολοφόνου Madame Satã (2002)· ο Jοrge Furtado από το Πόρτο Αλέγκρε με τη νεανική ερωτική κομεντί Ηοuνe Uma Vez Dois Verões – Ήταν μια φορά δυο καλοκαίρια (2002)· ο Roberto Μοreira με το Contra Τοdos – Ενάντια σε όλους (2004), μια ζοφερή σύγκρουση γενεών, θρησκείας και εγκληματικότητας στους κόλπους της ίδιας οικογένειας- ο Marcelo Gomes από το Περναμπούκο με το υπαρξιακό φιλμ δρόμου Cίnema, Αspirinas e Urubus – Σινεμά, ασπιρίνες και όρνεα (2005), που βραβεύτηκε στις Κάννες και φέτος είναι υποψήφιο για Όσκαρ ξένης ταινίας. Πλάι στους πρωτοεμφανιζόμενους οι παλιοί μάστορες συνέχισαν το έργο τους, ανοίγοντάς το σε νέες μορφές και ιστορίες. Το 1994 ο Nelson Pereira dos Santos στο Α Terceira Margem do Riο – Η τρίτη όχθη του ποταμού, ξαναβρίσκει τη φόρμα του διασκευάζοντας διηγήματα του Guimarães Rosa σε μιαν αφήγηση που γεφυρώνει τη νεορεαλιστική αυστηρότητα του Ξερές ζωές με τη μαγική λαϊκότητα του Ο Amuleto de Ogum (1974). Με το O Viajante – O ταξιδιώτης (1998) ο Ρaulo César Saraceni έκλεισε την «τριλογία του πάθους» που είχε αρχίσει με το Porto das Caixas (1962), διασκευάζοντας τα μπαρόκ, οπερατικά γραπτά του Lúcio Cardoso. Το 2000, ύστερα από μακρόχρονη σιωπή, ο Ruy Guerra μεταφέρει στην οθόνη τον υπαρξιακό εφιάλτη Εstorvo – Εμπόδιο από το μυθιστόρημα του Chico Buarque. Ο Carlos Diegυes, που δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται, φέτος παρουσίασε τη δέκατη έκτη ταινία του, O Μaiοr Amor do Mundo – O μεγαλύτερος έρωτας του κόσμου, που διηγείται την πορεία ενός διάσημου αστροφυσικού προς τον θάνατο, ύστερα από δυο φιλμ γεμάτα από μουσική και ζωτικότητα: το Orfeu (1999), μεταφορά του θεατρικού έργου του Vínicius de Μοraes στο σκηνικό μιας φαβέλας έτοιμης να εκραγεί, και το Deus é Brasileiro – O Θεός είναι Βραζιλιάνος (2002), ένα φιλμ δρόμου, όπου ο ίδιος ο Θεός ψάχνει στη γη τον αντικαταστάτη Του, το οποίο ξαναβρίσκει τον σατιρικό οίστρο του Βye Bye Brasίl. Ο Rogério Sganzerla το 1998 έκλεισε το τρίπτυχο, όπου αποτύπωσε τη μαγεία που του προξενούσε το ταξίδι του Orson Welles στη Βραζιλία για τα γυρίσματα του (It’s All True με την ταινία Τudο É Brasil – Όλα είναι Βραζιλία, και εξακολούθησε να εργάζεται ώς τον θάνατό του το 2004, λίγο μετά την ολοκλήρωση του Ο Signo do Caos – Το ζώδιο του χάους. Και ο Júlio Bressane, ανάμεσα στο 1995 και το 2003, υλοποίησε πέντε ιδιαίτερες, αμετανόητα κινηματογραφοφιλικές και αυτοαναφορικές μυθοπλασίες, που καταλήγουν στο Filme de Amor, ένα τολμηρό φιλμικό δοκίμιο περί έρωτος. O έρωτας με τη μυθοπλασία που τολμά να καταγράφει πιστά την πραγματικότητα – ακόμα κι αν είναι ιδιαίτερα οδυνηρή – είναι τελικά ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε αυτή την πανσπερμία από παλιά και νέα βλέμματα. Και αποτελεί το ισχυρότερο ατού του βραζιλιάνικου κινηματογράφου στην τελευταία περίοδό του, ένα εξαιρετικά δύσκολο πέρασμα από τις συμπληγάδες της τηλεοπτικής αισθητικής και παραγωγής και της αμερικανικής παντοδυναμίας. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες αυτής της φάσης, οι ταινίες που κατάφεραν να συνδυάσουν την αισθητική αναζήτηση με τη λαϊκή απήχηση και τη διεθνή αναγνώριση (Κεντρικός σταθμός του Walter Salles, 1998, Η πόλη του Θεού των Fernando Meirelles / Κátia Lund, 2002, Φυλακές Καραντιρού του βετεράνου Hector Βabenco, 2003, και Δυο γιοι του Φρανσίσκο του πρωτοεμφανιζόμενου Βreno Silveira, 2005) είτε γεννήθηκαν από ντοκιμαντέρ, που τις προετοίμασαν (οι δύο πρώτες), είτε διηγούνται με ακρίβεια πραγματικές ιστορίες (οι δυο δεύτερες). Στην περίοδο από το 1995 ως το 2004 καμιά σαρανταριά ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους προβλήθηκαν στις αίθουσες και μερικά από αυτά (π.χ. Νós que aqυί estamos por vós esperamos – Εμείς που είμαστε εδώ περιμένουμε εσάς του Μarcelo Masagão, 1999, Janela da Alma – Παράθυρο της ψυχής των João Jardim και Walter Carvalho, και Εdifício Master του μεγαλύτερου βραζιλιάνου ντοκιμενταρίστα Eduardo Coutinho – και τα δυο του 2002) ξεπέρασαν σε εισπράξεις ταινίες μυθοπλασίας με πολύ μεγαλύτερα μέσα και προϋπολογισμό. Μετά από μια μεγάλη και περιπετειώδη διαδρομή που σημαδεύτηκε από τρεις «ταφές» και τρεις «αναστάσεις», ο βραζιλιάνικος κινηματογράφος δείχνει να έχει λύσει το δημιουργικό δίλημμά του με τη συγκατοίκηση της μυθοπλασίας και του ντοκιμαντέρ στην ίδια ταινία, ακόμη και στην ίδια λήψη. Κι αυτό ερμηνεύει αναδρομικά το μυστήριο του αστείρευτου δυναμισμού του: είναι μια σύνθεση της ενέργειας και της συνείδησης, της συγκίνησης και του προβληματισμού, του χιούμορ και της κοινωνικής ανάλυσης. Νίκος Σαββάτης, Από το Cinema em Trance – Bραζιλιάνικος Κινηματογράφος, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2006. Διδασκαλία: Παναγιώτης Δενδραμής, σκηνοθέτης και διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Κρήτης. Το σεμινάριο μπορείτε να το παρακολουθήσετε διαδικτυακά στη διεύθυνση: https://us02web.zoom.us/j/86989079267?pwd=RmRnS3V5NGg4ck9rRGEzVGJVeDQzUT09 Meeting ID: 869 8907 9267 Passcode: 986330 Κινηματογραφική Λέσχη Βριλησσίων Cine-ΔΡΑΣΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ: Συμβαίνουν στην πόλη μας
ΣΧΟΛΙΑ
Πείτε μας τη γνώμη σας
Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.
Τοιχο-διωκτικά

Έβγαλε βρωμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε, είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε, στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα.

Κώστας Τριπολίτης
Ημερολόγιο Δράσεων και Εκδηλώσεων

Δεν υπάρχουν προγραμματισμένες Δράσεις για τις επόμενες ημέρες...

Newsletter